Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θλιβερός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
θλιβερός, επίθ.
  • 1) Καταπιεστικός, καταθλιπτικός:
    • πόνους γομάρια θλιβερά (Λόγ. παρηγ. O 8).
  • 2) Που προκαλεί θλίψη:
    • θλιβερό μαντάτο (Τζάνε, Κρ. πόλ. 2217).
  • 3) Δύστυχος, ταλαίπωρος, άθλιος:
    • την Κωνσταντινούπολιν, την θλιβερήν την πόλιν (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 110).
  • 4) Λυπημένος:
    • θλιβερή καρδιά (Κυπρ. ερωτ. 8617).

[<θλίβω + κατάλ. ερός. Η λ. τον 4. αι. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θλιβερός -ή -ό [θliverós] Ε1 : 1α. για κτ. πολύ δυσάρεστο που προκαλεί θλίψη· λυπηρός: Θλιβερό γεγονός / επεισόδιο. β. που αναφέρεται σε κτ. πολύ δυσάρεστο και που προκαλεί θλίψη: Θλιβερή είδηση / ιστορία. Θλιβερές σκέψεις. Δέκα νεκροί είναι ο ~ απολογισμός του τροχαίου δυστυχήματος. Είχα το θλιβερό καθήκον να αποχαιρετήσω το νεκρό. || (έκφρ., ειρ.) θλιβερό προνόμιο, για προβάδισμα σε μια δυσάρεστη κατάσταση: H χώρα μας είχε το θλιβερό προνόμιο να λάβει μέρος και στους δύο παγκόσμιους πολέμους. γ. που είναι γεμάτος από πολύ δυσάρεστα γεγονότα· δυστυχισμένος*: Έζησε μια θλιβερή ζωή. Θλιβερές μέρες. Θλιβερά χρόνια. δ. για κτ. που η όψη του δημιουργεί έντονη μελαγχολία· καταθλιπτικός: Θλιβερή πόλη. Tα θλιβερά γκρίζα κτίρια. 2α. (για πρόσ.) που έχει τόσο κακό χαρακτήρα ή δείχνει τόσο κακή διαγωγή, ώστε να προκαλεί στους άλλους ανάμεικτα συναισθήματα θλίψης, οίκτου και αποστροφής: Οι θλιβεροί νοσταλγοί / απολογητές της δικτατορίας. || Ο ~ ρόλος του προδότη, άθλιος. β. για κτ. που η πολύ κακή κατάσταση ή ποιότητά του προκαλεί ένα πολύ δυσάρεστο συναίσθημα· άθλιος, αξιοθρήνητος: H παράσταση / τα σκηνικά ήταν θλιβερά. θλιβερά ΕΠIΡΡ.

[μσν. θλιβερός < θλίβ(ω) -ερός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go