Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θεμελίωση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεμελίωση η [θemelíosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του θεμελιώνω: α. H ~ ενός σπιτιού / σχολείου / οικισμού. Tελετή θεμελιώσεως ενός κτιρίου / νοσοκομείου. β. (μτφ.): H ~ μιας επιστήμης, η συγκρότηση της αρχής, της βάσης της. γ. η λογική αιτιολόγηση, η στήριξη: H ~ ενός αιτήματος / μιας διεκδίκησης.

[λόγ. < ελνστ. θεμελίω(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go