Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θαυμασμός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θαυμασμός ο [θavmazmós] Ο17 : α. θετικό συναίσθημα επιδοκιμασίας, αναγνώρισης, βαθιάς εκτίμησης και σεβασμού απέναντι σε κπ. ή σε κτ. αξιόλογο, σημαντικό, εξαιρετικό: Προκαλώ / εκδηλώνω / εκφράζω / νιώ θω θαυμασμό. Tον άκουγαν με / γεμάτοι θαυμασμό. Tους κοίταζε με μάτια γεμάτα θαυμασμό. Tο καινούριο αυτοκίνητο έγινε αντικείμενο θαυμασμού, προκάλεσε, συγκέντρωσε το θαυμασμό. Επιφώνημα θαυμασμού. β. συναίσθημα θετικής συνήθ. έκπληξης ή κατάπληξης απέναντι σε κπ. ή σε κτ. παράδοξο, απροσδόκητο, δυσεξήγητο: H αντοχή / η υπομονή / το θάρρος / η τόλμη της προκαλεί το θαυμασμό. Ο ταχυδακτυλουργός / ο ακροβάτης απέσπασε το θαυμασμό των θεατών.

[λόγ. < ελνστ. θαυμασμός]

[Λεξικό Κριαρά]
θαυμασμός ο· θαμαγμός.
  • Τρομάρα, λαχτάρα:
    • με τύφλα και θαμαγμό της καρδιάς (Πεντ. Δευτ. XXVIII 28).

[μτγν. ουσ. θαυμασμός. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go