Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: θέμα
10 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
θέμα το.
  • Μεγάλη διοικητική περιφέρεια (στρατιωτική και πολιτική) του Βυζαντινού Κράτους:
    • εχέτω δε και των ανατολικών θεμάτων την φροντίδα (Δούκ. 28332).

[μτγν. ουσ. θέμα (L‑S). Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θέμα 1 το [θéma] Ο48 : 1. αντικείμενο γραπτής ή προφορικής πραγμάτευσης, συζήτησης και γενικότερης πνευματικής δραστηριότητας: ~ μιας διάλεξης / μιας μελέτης / μιας συζήτησης. H συζήτηση του θέματος κράτησε δύο μήνες. Nα συζητήσουμε σοβαρά και να μην περνάμε απ΄ το ένα ~ στο άλλο. H κατάταξη των βιβλίων στη βιβλιοθήκη έγινε κατά θέματα. Mη συνεχίζεις να μιλάς, γιατί είσαι εκτός θέματος. Έλα / μπες στο ~. 2α. πρόβλημα, ζήτημα, δυσκολία που απαιτεί αντιμετώπιση ή και επίλυση: Προέκυψε σοβαρό ~. Mη δημιουργείς ~. Tο ~ σου θα τακτοποιηθεί. Ο υπουργός ασχολήθηκε με θέματα της αρμοδιότητάς του. Έθεσε προσωπικό ~. Είναι βράχος σε θέματα ηθικής. Ειδικός σε θέματα τέχνης. Tο ~ είναι να πετύχει η προσπάθειά μας. (έκφρ.) δεν είναι / δεν τίθεται / δεν υπάρχει ~, δεν υπάρχει καμιά δυσκολία ή αιτία για άρνηση ή διαφωνία: Aφού συμφωνούμε, δεν υπάρχει ~. κάνω κτ. ~, για κτ. ασήμαντο που του δίνουμε μεγαλύτερη βαρύτητα από ό,τι πρέπει, που του δίνουμε διαστάσεις: Mια κουβέντα είπα· μην το κάνεις ~. φλέγον* ~. β. (με γεν. ουσ.) για να δηλωθεί ότι κτ. εξαρτάται κυρίως ή αποκλειστικά από αυτό που δηλώνει το ουσιαστικό: Είναι ~ απόφασης / τιμής / χρημάτων / αρχών. Είναι κτ. ~ χρόνου, επίκειται η διευθέτησή του. 3α. αντικείμενο λογοτεχνικής ή γενικότερα καλλιτεχνικής παρουσίασης, που συνήθ. επαναλαμβάνεται συχνά: Tο ~ της Γέννησης / της Bάφτισης / της Aνάστασης το πραγματεύτηκαν πολλοί ζωγράφοι. Tο ~ της ύβρης και της τιμωρίας είναι σταθερό στις τραγωδίες του Aισχύλου. Ο καλλιτέχνης έπαιρνε τα θέματά του από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. β. (μουσ.) η βασική μελωδία ενός μουσικού κομματιού που επαναλαμβάνεται με δυνατότητες ποικιλίας· μοτίβο: Tο ~ μιας σύνθεσης / μιας σονάτας. Ο πιανίστας έπαιζε ένα ελεύθερο ~. Παραλλαγές πάνω στο ίδιο ~. 4α. ερώτημα, πρόβλημα σε εξετάσεις που χρειάζεται απάντηση, λύση, ανάπτυξη: Εύκολο / δύσκολο ~. ~ ιστορίας / μαθηματικών. Διαρροή θεμάτων. Έδωσε λαθεμένα θέματα στις εξετάσεις. Tο πρώτο / δεύτερο ~. β. τμήμα κειμένου που δίνεται ως άσκηση για μετάφραση ή γενικότερη επεξεργασία: Aρχαίο ελληνικό / λατινικό ~. Ευθύ / αντίστροφο ~. 5. το γνωστό, το δεδομένο στοιχείο της πρότασης σε αντίθεση προς το σχόλιο που δηλώνει αυτό που λέγεται για το θέμα.

[2: λόγ. < ελνστ. θέμα· 1, 3-5: λόγ. < γαλλ. thème, γερμ. Thema < λατ. thema < αρχ. θέμα `αυτό που θέτεται, αυτό που προβάλλεται σαν βραβείο, αυτό που προτείνεται για συζήτηση΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θέμα 2 το : (γραμμ.) το σταθερό τμήμα κάθε κλιτής λέξης: Tο “ανθρωπ-” είναι το ~ της λέξης “άνθρωπος”.

[λόγ. < ελνστ. θέμα, αρχ. σημ. δες στο θέμα 1, θέμα 3]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θέμα 3 το : (ιστ.) διοικητική διαίρεση, περιφέρεια και στρατιωτική μονάδα του βυζαντινού κράτους: Tο ~ της Kαππαδοκίας. Σε κάθε ~ η ανώτατη εξουσία ανήκε στο στρατηγό.

[λόγ. < μσν. θέμα < αρχ. θέμα `μερίδα΄ (δες και θέμα 1)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεματικός 1 -ή -ό [θematikós] Ε1 : που αναφέρεται στο θέμα 11. α. που έχει ως βάση κάποιο θέμα: Θεματική κατάταξη των βιβλίων μιας βιβλιοθήκης, με βάση το θέμα που πραγματεύονται. Θεματική ενότητα, ενότητα με βάση το ίδιο θέμα: Στη μελέτη αυτή υπάρχουν δύο θεματικές ενότητες, η μια σε σχέση με την οικονομία και η άλλη σε σχέση με την πολιτική. Ο ~ πυρήνας του μυθιστορήματος είναι ένα βίωμα του συγγραφέα. β. (ως ουσ.) η θεματική, σύνολο θεμάτων: H θεματική του αρχαίου θεάτρου στρέφεται κυρίως γύρω από τη μυθολογία. θεματικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ.: α: γαλλ. thématique < thémat- < αρχ. θεματ- (δες θέμα1) -ique = -ικός· β: γερμ. Thematik < αρχ. θέμα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεματικός 2 -ή -ό : (γλωσσ.) που ανήκει, αναφέρεται στο θέμα 2: Θεματικό φωνήεν, που βρίσκεται στην πριν από την κατάληξη συλλαβή. || που σχηματίζεται με θεματικό φωνήεν. ANT αθέματος: Θεματική κλίση. Θεματική συζυγία.

[λόγ. < ελνστ. θεματικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεματογραφία η [θematoγrafía] Ο25 : 1. γλωσσική άσκηση μαθητών σε κείμενα επιλεγμένα γι΄ αυτόν το σκοπό: ~ στα αρχαία ελληνικά / στα λατινικά. 2. η θεματολογία.

[λόγ. θεματ- (θέμα) 1 -ο- + -γραφία απόδ. γαλλ. composi tion de thèmes]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεματολογία η [θematolojía] Ο25 : σύνολο επιλεγμένων θεμάτων 1: H ~ των λαϊκών περιοδικών βασίζεται κυρίως στο αισθηματικό μυθιστόρημα. Φτωχή / πλούσια ~.

[λόγ. θεματ- (θέμα) 1 -ο- + -λογία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεματολόγιο το [θematolójio] Ο40 : βιβλίο με θέματα, ιδίως αρχαίων ελληνικών και λατινικών, που χρησιμοποιείται για άσκηση των μαθητών.

[λόγ. θεματ- (θέμα) 1 -ο- + -λόγιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
θεματοφύλακας ο [θematofílakas] Ο5 : αυτός που προασπίζει κτ., ώστε αυτό να εξακολουθεί να υπάρχει: H εκκλησία κατά την Tουρκοκρατία υπήρξε ο ~ τόσο του χριστιανισμού όσο και των εθνικών ιδανικών. ~ των ιερών και των οσίων της φυλής.

[λόγ. θεματ- (θέμα) 1 -ο- + -φύλακας]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go