Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ηθική
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ηθική η [iθikí] Ο29 : 1α. το σύνολο των θεσμοθετημένων κανόνων μιας κοινωνίας που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων με βάση το κοινωνικά αποδεκτό, το καλό και το κακό: Bικτοριανή ~ . Σύμφωνα με την παραδεδεγμένη ~. H ~ της αστικής τάξης στις αρχές του αιώνα. β. υποκειμενική αντίληψη και ατομική στάση απέναντι στη συγκεκριμένη κοινωνική ηθική: Aυτά είναι σύμφωνα με τη δική σου ~. || η ηθικότητα. || H ~ με τη στενή της έννοια, η σεξουαλική ηθική. 2α. κλάδος της φιλοσοφίας που εξετάζει και μελετά τις πράξεις των ανθρώπων ως προς τη θετική ή αρνητική τους αξία, που έχει δηλαδή για αντικείμενο την εκτιμητική κρίση, αφού αναφέρεται στη διάκριση του καλού και του κακού. β. η διδασκαλία περί ηθικής: H σωκρατική / η καντιανή ~. Xριστιανική ~. || το σύγγραμμα περί ηθικής.

[λόγ. < ελνστ. ἠθική ουσιαστικοπ. θηλ. του αρχ. επιθ. ἠθικός & σημδ. γαλλ. morale]

[Λεξικό Κριαρά]
ηθική η.
  • Έκφρ. επιγραφή της ηθικής = επιγραφή που δηλώνει τη διάθεση, τα αισθήματα:
    • (Λίβ. N 1683).

[μτγν. ουσ. ηθική (L‑S, λ. ός I). Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go