Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ζυγή
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
ζυγή η· ζη.
  • Ζεύγος:
    • μίαν ζυγήν ποδήματα (Μαχ. 4005
    • μια ζη στιβάνια (Βαρούχ. 4457).

[<ουσ. ζυγός με μεταπλ. Τ. ζυή σήμ. κυπρ. (Χατζ., Λεξ.). Η λ. τον 4. αι. (Lampe)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go