Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εἰρήνη
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ειρήνη η [iríni] Ο30 (χωρίς πληθ.) : 1. κατάσταση σχέσεων μεταξύ κρατών, λαών, εθνών, κοινωνικών ομάδων που αντιμετωπίζουν και επιλύουν τις όποιες διαφορές τους χωρίς να καταφεύγουν στη χρήση όπλων. ANT πόλεμος: Περίοδος ειρήνης. H παγίωση / η σταθεροποίηση της παγκόσμιας ειρήνης. Tο μυθιστόρημα «Πόλεμος και Ειρήνη» του Λ. Tολστόι. H «Ειρήνη» του Aριστοφάνη. Tο ιδανικό της ειρήνης και της συναδέλφωσης των λαών. (γνωμ.) αν θέλεις ~ να ετοιμάζεσαι για πόλεμο. || συμφωνία μεταξύ αντιπάλων για κατάπαυση ή αποφυγή πολέμου: Kάνω / υπογράφω ~. Διαπραγματεύσεις μεταξύ εμπολέμων για την υπογραφή ειρήνης· (πρβ. ανακωχή, κατάπαυση πυρός). Συνέδριο ειρήνης. H ~ της Ουτρέχτης. Xωριστή ~, που τη συνάπτει ένας από τους εμπολέμους με τον αντίπαλο, ενώ οι σύμμαχοί του συνεχίζουν τον πόλεμο. || Kινήματα / οργανώσεις ειρήνης, για την (παγκόσμια) ειρήνη. 2. κατάσταση σχέσεων μεταξύ ατόμων και κοινωνικών ομάδων που τη χαρακτηρίζει ο αποκλεισμός κάθε είδους συγκρούσεων, εκδηλώσεων εχθρότητας ή αντιπαλότητας: Kοινωνική ~. Εργασιακή ~. 3. (λογοτ.) ψυχική ηρεμία, γαλήνη. || σε απαρχαιωμένες ευχετικές εκφράσεις από την εκκλησιαστική γλώσσα: ~ πάσι, σε όλους. ~ υμίν, σ΄ εσάς.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. εἰρήνη]

[Λεξικό Κριαρά]
ειρήνη η· ερήνη.
  • 1) Κατάσταση ησυχίας, φιλική σχέση μεταξύ κρατών και ατόμων:
    • (Κορων., Μπούας 111).
  • 2) Συνθήκη, συμφωνία για την κατάπαυση πολέμου:
    • (Σφρ., Χρον. 3814).
  • 3) Γαλήνη, αταραξία, ηρεμία:
    • Έμεινε δε εν τῃ αυτῄ μονῄ ζων εν ειρήνῃ (Έκθ. χρον. 3116).
  • 4) (Ως εβραϊσμός) σε χαιρετισμό, προκ. να ρωτήσει κάπ. για την υγεία αυτού που συναντά ή άλλου προσώπου (πβ. L‑S, στη λ. IV):
    • ερώτησεν αυτουνούς εις ερήνη και είπεν: «Αν ερήνη πατέρα σας του γέρου …;» (Πεντ. Γέν. XLIII 27).
  • Η λ. ως κύρ. όν.:
    • (Byz. Kleinchron. Α´ 7611b).

[αρχ. ουσ. ειρήνη. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go