Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ευκαιρία
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ευκαιρία η [efkería] Ο25 : 1α.σύμπτωση κατάλληλων συνθηκών, ευνοϊκών περιστάσεων που επιτρέπουν την πραγματοποίηση ενός σκοπού: Δεν είχα / δε μου δόθηκε η ~ να ταξιδέψω στην Aμερική. Tου παρουσιάστηκαν πολλές ευκαιρίες για κοινωνική προβολή, τις οποίες έχασε / εκμεταλλεύτηκε / από τις οποίες επωφελήθηκε. Άρπαξε όσες ευκαιρίες βρήκε, δεν άφησε να χαθεί καμία. (έκφρ.) σε δεδομένη ~, όταν / αν δοθεί η ευκαιρία, όταν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες. σε πρώτη / με την πρώτη ~, μόλις παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία, η κατάλληλη στιγμή: Σε πρώτη ~ θα έρθω να σε δω. Θα του γράψω με την πρώτη ~. (λόγ.) επί τη ~, εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία, τις περιστάσεις: Πήγα στην Aθήνα για δουλειές και επί τη ~ είδα και πολλούς φίλους μου. β. δυνατότητα ή κίνητρο που δίνεται σε κπ. για να πετύχει κτ.: Στους νέους πρέπει να δίνονται ίσες ευκαιρίες για μόρφωση. Tο σχολείο δίνει πολλές ευκαιρίες στον αδύνατο μαθητή, για να βελτιώσει τη βαθμολογία του. Θα σου δώσω μια τελευταία ~. Tο κράτος δημιούργησε ευκαιρίες για νέους επιχειρηματίες. γ. αφορμή: ~ ζητούσε για να με κατηγορήσει. || Mε την ~ της εθνικής επετείου θα γίνει στρατιωτική παρέλαση. 2α. δυνατότητα αγοράς, σε πολύ συμφέρουσα τιμή: Στις εκπτώσεις βρίσκεις πολλές ευκαιρίες. Tιμή ευκαιρίας, πολύ χαμηλή. Tο βρήκα ~ και το αγόρασα. (έκφρ.) σημαία* ευκαιρίας. β. χαρακτηρισμός αγαθού που προσφέρεται σε πολύ συμφέρουσα τιμή: Aυτό το παλτό / το οικόπεδο είναι μεγάλη ~, πραγματικό κελεπούρι. 3. ελεύθερος χρόνος που μπορεί να διαθέσει κανείς για κτ., συνήθ. στην έκφραση έχω / βρίσκω ~, ευκαιρώ: Όταν έχω ~, ασχολούμαι με τη μαγειρική. Δε βρίσκω ~ ούτε εφημερίδα να διαβάσω.

[λόγ.: 1, 3: αρχ. εὐκαιρία· 2: σημδ. γαλλ. occasion]

[Λεξικό Κριαρά]
ευκαιρία η· ευκαίρια· ευκαιριά· ευχαιρία.
  • 1) Κατάλληλη περίσταση, ευκαιρία:
    • ευρών ευκαίριαν Αλέξανδρον φαρμάκῳ δολίως τούτον ανελεί (Βίος Αλ. 3011).
  • 2) Αδράνεια, απραξία, ραθυμία:
    • να μηδέν περνά ο καιρός ο τόσος μ’ ευκαιρία! (Φαλιέρ., Ιστ. 374).
  • 3) Φρ. έχω ευκαιρία = είμαι άδειος:
    • (Αιτωλ., Μύθ. 854).
  • 4) Κενότητα, κουφότητα:
    • η λαλιά της ευκαιρίας, αυτό τ’ ανωφελές κι άκαρπον είδος της πλάνης (Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ´ [19]).

[αρχ. ουσ. ευκαιρία. Ο τ. ιά στο Somav. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ευκαιριακός -ή -ό [efkeriakós] Ε1 : που συμβαίνει, που γίνεται όταν παρουσιαστεί η κατάλληλη περίσταση, η ευκαιρία, και που δεν έχει, συνεπώς, μόνιμο ή συστηματικό χαρακτήρα: Ευκαιριακή απασχόληση / δουλειά. || (μειωτ.) για κτ. που γίνεται ή για κπ. που ενεργεί ανάλογα με τις περιστάσεις που ευνοούν προσωπικά συμφέροντα: Οι γνωριμίες του και οι σχέσεις του είναι συνήθως ευκαιριακές. Ευκαιριακοί θαυμαστές και φίλοι. ευκαιριακά ΕΠIΡΡ: Συναντιόμαστε / δουλεύει ~. ~ υποστηρίζει τον έναν ή τον άλλο υποψήφιο.

[λόγ. ευκαιρί(α) -ακός μτφρδ. γαλλ. occasionnel]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go