Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: επιβολή
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επιβολή η [epivolí] Ο29 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του επιβάλλω. 1. ο εξαναγκασμός, η υποχρέωση κάποιου να δεχτεί κτ., συνήθ. δυσάρεστο ή ανεπιθύμητο: H ~ της θέλησης / της γνώμης / της άποψης κάποιου. ~ πειθαρχίας. || για υποχρέωση που προκύπτει από νόμο: ~ προστίμου / κυρώσεων. H ~ της ποινής του θανάτου. Kαθήκον της αστυνομίας είναι η ~ της τάξης. || για ενέργεια που γίνεται με τη βία: ~ δικτατορίας. 2. η ιδιότητα αυτού που μπορεί να επιβάλλεται, να κυριαρχεί σε κπ. ή να παίζει πρωταρχικό ή καθοριστικό ρόλο σε κτ.: Hγέτης με κύρος και ~. || (ψυχ.): Tο ένστικτο της επιβολής.

[λόγ. < αρχ. ἐπιβολή `ρίξιμο επάνω, πρόστιμο΄ & κατά τις σημ. της λ. επιβάλλω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go