Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εξυπνάδα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εξυπνάδα η [eksipnáδa] Ο26 : 1α.μεγάλη πνευματική ικανότητα και ιδίως αντίληψη, νόηση, κρίση, επινοητικότητα· (πρβ. ευφυΐα). ANT βλακεία: Άνθρωπος με μεγάλη ~. Δε χρειάζεται πολύ ~ για να λύσεις αυτό το πρόβλημα. Πέτυχε στη ζωή / πλούτισε με την ~ του. (έκφρ.) πουλάω ~, (αρνητικά) κάνω επίδειξη της εξυπνάδας μου. || Zώο με μεγάλη ~. β. έξυπνη ενέργεια ή έξυπνα λόγια: Δεν μπορεί να υπάρξει ευνομούμενη πολιτεία, όταν η καταπάτηση του νόμου χαρακτηρίζεται ως ~. 2. ανόητα λόγια ή και ανόητη ενέργεια, τα οποία παρουσιάζονται ως έξυπνα: Άσε τις εξυπνάδες. Kάνει εξυπνάδες και με εκνευρίζει. Είπες κι εσύ μια ~!

[έξυπν(ος) -άδα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go