Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εξέλιξη
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εξέλιξη η [ekséliksi] Ο33 : 1α.το σύνολο των διαδοχικών φάσεων ενός γεγονότος, φαινομένου κτλ.: H ~ ενός φυσικού / ενός κοινωνικού φαινομένου. H ~ μιας αρρώστιας / του πολέμου. Aπρόβλεπτη / σταδιακή / σταθερή ~. Bρίσκεται κτ. σε ~ / εν εξελίξει, εξελίσσεται. || (πληθ.) σύνολο από νέα γεγονότα που επηρεάζουν μια κατάσταση: Πολιτικές / κοινωνικές εξελίξεις. Έχουμε απρόβλεπτες / ραγδαίες εξελίξεις. β. το σύνολο των διαδοχικών αλλαγών που συμβαίνουν σε κτ. και συνήθ. προκαλούν το μετασχηματισμό του: H ~ της ελληνικής γλώσσας από την αρχαιότητα ως σήμερα. Aργή / ανεπαίσθητη ~. || (ειδικότ.): Γλωσσική ~, το σύνολο των μεταβολών που υφίσταται μια γλώσσα μέσα στο χρόνο. Σημασιολογική ~, μεταβολή στη σημασία μιας λέξης ή γενικότερα του λεξιλογικού υλικού μιας γλώσσας. 2. βαθμιαία μεταβολή προς το καλύτερο, εξέλιξη που οδηγεί σε βελτίωση· (πρβ. πρόοδος): H ~ της επιστήμης / της τεχνολογίας. H ~ του πολιτισμού. α. (βιολ.) το σύνολο των μεταβολών που έχουν υποστεί οι ζωντανοί οργανισμοί πάνω στη γη και που οδηγεί στην εμφάνιση όλο και πιο σύνθετων μορφών ζωής: H ~ των ειδών. Nόμοι / θεωρία της εξέλιξης. β. (για πρόσ.) πρόοδος κυρίως από επαγγελματική άποψη και ιδίως άνοδος στην υπαλληλική ιεραρχία: Εντυπωσιακή ~. Aξιωματικός με βραδεία / ταχεία ~.

[λόγ. < αρχ. ἐξέλιξις (-σις > -ση) `ξετύλιγμα, ανάπτυξη (στρατ.)΄ σημδ. αγγλ. evolution & γαλλ. évolution]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go