Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εμπορικός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμπορικός -ή -ό [emborikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στο εμπόριο ή στον έμπορο. α. που έχει ως αντικείμενό του το εμπόριο: Εμπορικό κατάστημα. Εμπορική επιχείρηση / εταιρεία. ~ οργανισμός / οίκος. Εμπορική ένωση, καρτέλ. || (ως ουσ.) το εμπορικό*. β. που αφορά το εμπόριο: Εμπορική αξία, ενός προϊόντος. Εμπορική ονομασία, η ονομασία με την οποία ένα προϊόν (π.χ. μια χημική ουσία) αναφέρεται στο εμπόριο, σε αντιδιαστολή με την επιστημονική του ονομασία. || Εμπορικά προϊόντα, που είναι αντικείμενο του εμπορίου. Εμπορικά (λογιστικά) βιβλία. Εμπορικό κέρδος / συμφέρον. Εμπορικό ισοζύγιο μιας χώρας. || που ρυθμίζει τα σχετικά με το εμπόριο: Εμπορικό δίκαιο. Εμπορική νομοθεσία. ~ κώδικας. γ. που εξυπηρετεί ειδικά το εμπόριο και όχι μια άλλη δραστηριότητα, σε αντιδιαστολή προς τα επιβατικός, στρατιωτικός, πολεμικός: Εμπορική αμαξοστοιχία. Εμπορικό λιμάνι. ~ σταθμός. Εμπορικό τρένο / πλοίο. || (ως ουσ.) το εμπορικό*. || που τον χαρακτηρίζει η ύπαρξη πολλών εμπορικών καταστημάτων: Εμπορική συνοικία. ~ δρόμος. Tο εμπορικό κέντρο μιας πόλης, η αγορά. Tο εμπορικό κέντρο μιας περιοχής. γ. (για ενέργεια κτλ.): Εμπορική πράξη / συμφωνία / σύμβαση. Εμπορική ναυτιλία. Εμπορική διαφήμιση. Εμπορικές σχέσεις μεταξύ κρατών. Εμπορική ανάπτυξη. || Εμπορική έκθεση. || Εμπορική αλληλογραφία. Εμπορική επιστολή. δ. που σχετίζεται με τους εμπόρους: ~ σύλλογος. Εμπορικό επιμελητήριο. ε. (ειδικότ.) για έργα πνευματικής ή καλλιτεχνικής δημιουργίας που έχουν σχετικά μεγάλη ζήτηση από το ευρύ κοινό, αλλά η καλλιτεχνική τους ποιότητα θεωρείται μάλλον αμφίβολη: Εμπορική (κινηματογραφική) ταινία. Στην παλιά εποχή του καλού εμπορικού κινηματογράφου. Εμπορικό (θεατρικό) έργο. εμπορικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. ἐμπορικός & σημδ. γαλλ. commercial, marchand]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go