Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εμ
436 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμ 1 [em & ém] μόριο : (προφ.) I. ως σύνδεσμος αντιθετικός δηλώνει σε σχέση με τα προηγούμενα: α. συνήθ. σε ερωτηματικό τόνο την αντίθετη άποψη, παρατήρηση ή ένσταση του ομιλητή ή του υποκειμένου· μα, αλλά: Kαλά, αυτός είναι νευρικός· ~ κι εσύ τι ήθελες και ανακατεύτηκες; ~ πώς αλλιώς να τους παρασταθεί; ~ τι άλλο ήθελες να κάνω; ~ πώς αλλιώς θα περάσει η ώρα; || σε εκφορά που μετριάζει την άποψη του ομιλητή: ~ αν δεν τους βοηθήσει αυτός, ποιος θα τους βοηθήσει;, αυτός μόνο μπορεί να τους βοηθήσει. ~ αν δε διασκεδάσει τώρα, πότε θα διασκεδάσει;, τώρα πρέπει να διασκεδάσει. β. ~ τότε, συμπέρασμα· μα, λοιπόν: ~ τότε θα μπορείς να μας βοηθήσεις. ~ τότε δε φταίει αυτός. ~ τότε όλα αλλάζουν. II. σε επιφωνηματική χρήση: 1. ανάλογα με το νόημα του λόγου και το χρωματισμό της φωνής εκφράζει: α. κατανόηση, παραδοχή: ~ τι να κάνουμε, έτσι είναι αυτά τα πράγματα. || ~ αυτά έχουν οι παντρειές! β. δυσαρέσκεια, αγανάκτηση: ~ δείξε κι εσύ λίγη προθυμία! ~ προσπάθησε κι εσύ λίγο καημένε! ~ ποιος σου φταίει; γ. ειρωνεία: ~ τώρα μεγάλωσαν οι δουλειές μας! ~ τώρα ποιος μας πιάνει! 2. σε καταφατική απάντηση την οποία ο ομιλητής θεωρεί αυτονόητη· μα: ~ φυσικά. ~ και βέβαια συμφωνώ. Ώστε κι εσύ ήσουν σίγουρος για το αποτέλεσμα; -~.

[< φρ. ε μα [é ma] με σύντμ. επειδή ξεκίνησε ως επιφ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμ 2 [ém] σύνδ. συμπλεκτ. : (προφ.) σε επιδοτική σύνδεση προτάσεων ή όρων· όχι μόνο… αλλά και: ~ φταις, ~ φωνάζεις κι από πάνω, δε φτάνει που φταις, φωνάζεις κιόλας. ~ ψεύτης, ~ κλέφτης, και… και.

[τουρκ. hem… hem (από τα περσ., ηχομιμ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμαγιάρισμα το [emajárizma] Ο49 : η εργασία και η τεχνική της επίχρισης μεταλλικής ή πήλινης επιφάνειας με υαλώδες υλικό· επισμάλτωση, εφυάλωση.

[λόγ. εμαγιαρισ- (εμαγιάρω) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμαγιάρω [emajáro] Ρ6α : επιχρίω μεταλλική ή πήλινη επιφάνεια με υαλώδες υλικό· επισμαλτώνω, εφυαλώνω.

[λόγ. εμαγι(έ) -άρω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμαγιέ το [emajé] Ο (άκλ.) : 1.υαλώδες επίχρισμα μεταλλικού σκεύους. 2. (ως επίθ.) για μεταλλικό αντικείμενο (συνήθ. μαγειρικό σκεύος) του οποίου η επιφάνεια έχει επιχριστεί με υαλώδες υλικό, για να προφυλαχτεί από χημικές κυρίως επιδράσεις.

[λόγ. < γαλλ. emaillé]

[Λεξικό Κριαρά]
Εματικοί οι.
  • Αυτοί που κατοικούν στην Ημαθία = Θεσσαλία:
    • Ούτος με τους Εματικούς έφθασε στην Αθήνα (Θησ. Ϛʹ [571] (έκδ. αιμ‑).)>

[<ιταλ. Ematici (Teseida VI 57)]

[Λεξικό Κριαρά]
εμαυτός· ’μαυτός.
  • 1) Εαυτός (μου, σου, κλπ.):
    • αφήνω δα στον ορισμόν σου όλον τον εμαυτόν μου (Κυπρ. ερωτ. 224).
  • 2) (Ως κτητ.):
    • Τα λόγια … τσ’ εμαυτής σου (Πανώρ. Ε´ 194).

[<αρχ. αντων. εμαυτόν. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβαδομέτρηση η [emvaδométrisi] Ο33 : ο υπολογισμός του εμβαδού μιας επιφάνειας.

[λόγ. εμβαδό(μετρον) + -μέτρη(σις) -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβαδόμετρο το [emvaδómetro] Ο42 : όργανο για τη μέτρηση του εμβαδού μιας επιφάνειας.

[λόγ. εμβαδ(όν) -ο- + -μετρον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εμβαδόν το [emvaδón] & εμβαδό το [emvaδó] Ο38 : ο αριθμός που προκύπτει από τον υπολογισμό μιας επιφάνειας με βάση ορισμένη μονάδα μέτρησης: Tο ~ ενός γεωμετρικού σχήματος / ενός τετραγώνου / μιας σφαίρας. Tο ~ ενός οικοπέδου / μιας έκτασης. Tρία αγροτεμάχια συνολικού εμβαδού χιλίων τετραγωνικών μέτρων. Tο ~ ενός παραλληλογράμμου ισούται με το γινόμενο της βάσης του επί το ύψος του.

[λόγ. < ελνστ. ἐμβαδόν· προσαρμ. στη δημοτ. με αποβ. του τελικού ]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...44   Next >
Go to page:Go