Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ελλιπής
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ελλιπής -ής -ές [elipís] Ε10 : που δεν είναι πλήρης, ολοκληρωμένος· που έχει ελλείψεις· λειψός: ~ μόρφωση. ~ κατάλογος. ελλιπώς ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. ἐλλιπής, ἐλλιπῶς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go