Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εκμετάλλευση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκμετάλλευση η [ekmetálefsi] Ο33 : 1.χρήση για αποκόμιση οικονομικού κέρδους: Συστηματική / επιστημονική / εντατική ~ πλουτοπαραγωγικών πόρων. H ~ του δασικού / του ορυκτού πλούτου μιας χώρας. || (ειδ. για ακίνητα) ενοικίαση για την αποκόμιση κέρδους: Έχει δύο διαμερίσματα, ένα για ιδιοκατοίκηση και ένα για ~. || χρησιμοποίηση με τρόπο επωφελή· αξιοποίηση: ~ χώρου. 2. χρησιμοποίηση για αποκόμιση οικονομικού κέρδους με τρόπο μη θεμιτό ή απαράδεκτο από ηθική άποψη: Είναι απαράδεκτη και αντίθετη προς κάθε έννοια ηθικής η ~ ανθρώπου από άνθρωπο.

[λόγ. εκμεταλλεύ(ομαι) -σις > -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go