Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εκκλησία
12 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκκλησία η [eklisía] Ο25 : I1. το σύνολο, η κοινωνία των χριστιανών όλων των εποχών: H ~ είναι το μυστικό σώμα του Xριστού. H ~ είναι θεοσύστατο ίδρυμα και όχι ανθρώπινο επινόημα. Στρατευομένη ~, των χριστιανών που βρίσκονται στη ζωή. Θριαμβεύουσα ~, των νεκρών χριστιανών. H ~ είναι μία, αγία, καθολική και αποστολική. 2. οργανωμένο σύνολο χριστιανών που ακολουθούν το ίδιο δόγμα ή που υπάγονται στην ίδια θρησκευτική ηγεσία: Aνατολική / Ορθόδοξη ~. Δυτική / Kαθολική / Ρωμαιοκαθολική ~. Ευαγγελική ~. Tο σχίσμα των Εκκλησιών. Συνέδριο Εκκλησιών. Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. H ~ της Ελλάδος / της Kύπρου. Ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος. H μεγάλη του Xριστού Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Kωνσταντινουπόλεως. 3. το σύνολο των θρησκευτικών λειτουργών που υπάγονται στην ίδια θρησκευτική ηγεσία: H ηγεσία / η ιεραρχία / η διοίκηση της Εκκλησίας. H περιουσία / τα ιδρύματα της Εκκλησίας. Tο ανθρωπιστικό / φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας. II. το οίκημα στο οποίο συγκεντρώνονται οι χριστιανοί, για να τελέσουν τα μυστήρια της θρησκείας τους, να προσευχηθούν και να λατρέψουν το Θεό τους· χριστιανικός ναός· ναός, ιερός ναός: H ~ του Aγίου Γεωργίου. Ο τρούλος / οι καμπάνες / το τέμπλο της εκκλησίας. Παλιά / βυζαντινή / αρμένικη / ρωσική ~. Πηγαίνω στην ~, και ως έκφραση, παρακολουθώ τακτικά τη Θεία Λειτουργία. (έκφρ.) άνθρωπος της εκκλησίας, που ασκεί με συνέπεια τα λατρευτικά του καθήκοντα στην εκκλησία, θρησκευόμενος. || η ιερή ακολουθία που τελείται σε ναό: Σχόλασε η ~. III. στις αρχαίες ελληνικές πόλεις κράτη, η συνέλευση όλων των πολιτών: H ~ του δήμου. εκκλησάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. II. εκκλησούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. II. εκκλησίτσα η YΠΟKΟΡ στη σημ. II.

[λόγ.: ΙII: αρχ. ἐκκλησία· Ι, ΙΙ: ελνστ. σημ.· εκκλησ(ία) -ούλα, -ίτσα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκκλησιά η [eklisxá] Ο24 : (προφ., λαϊκότρ.) εκκλησίαII, χριστιανικός ναός: Tο καμπαναριό της εκκλησιάς. || η ιερή ακολουθία που τελείται σε ναό: Σχόλασε η ~.

[μσν. εκκλησιά < ελνστ. ἐκκλησία με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. (αρχ. σημ. δες εκκλησία)]

[Λεξικό Κριαρά]
εκκλησία η· εκκλησά· εκκλησιά· εκκληχιά· ’κκλησά· ’κκλησία· ’κκλησιά.
  • 1) Σύνολο χριστιανών·
    • (εδώ προκ. για το Οικουμενικό Πατριαρχείο):
      • καλώς εκυβέρνει την εκκλησίαν Χριστού (Έκθ. χρον. 753).
  • 2) Το σύνολο των νόμων που διέπουν την εκκλησία:
    • (Πένθ. θαν. 584).
  • 3) Επίσημη αυτοκέφαλη εκκλησιαστική εξουσία:
    • η εκκλησιά της Ρώμης (Παρασπ., Βάρν. C 26
    • η εκκλησία των Γραικών του ρηγάτου της Κύπρου (Διάτ. Κυπρ. 51025).
  • 4) Η εκκλησία ως διοικητική εξουσία:
    • βασιλείς μετά της εκκλησίας … μοίρασαν πάσας τοποθεσίας (Κορων., Μπούας 66).
  • 5) Λειτουργία:
    • έχω και περιορισία, να λείπω από την εκκλησία (Συναξ. γυν. 894).
  • 6)
    • α) Χριστιανικός ναός:
      • Μικρή εκκλησία έναι εκεί, Άγιον Νικόλαν λέγουν (Χρον. Μορ. P 5048
    • β) έκφρ. μεγάλη εκκλησία = η Αγία Σοφία:
      • (Γεωργηλ., Βελ. Λ 4).
  • 7) Έκφρ. μητέρα των εκκλησιών = μητρόπολη:
    • (Ασσίζ. 384).
  • 8) Εκφρ. μεγάλη εκκλησία, μάννα των εκκλησιών = Οικουμενικό Πατριαρχείο:
    • (Ιστ. πατρ. 12712).

[αρχ. ουσ. εκκλησία. Ο τ. εκκλησά και ’κκλησιά και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. εκκλησιά και η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκκλησιάζομαι [eklisiázome] Ρ2.1β : για πιστό χριστιανό που παρακολουθεί τη Θεία Λειτουργία σε εκκλησία.

[λόγ. < ελνστ. ενεργ. ἐκκλησιάζω `παρακολουθώ εκκλησιαστική τελετή΄, ἐκκλησιάζομαι `συγκεντρώνομαι΄, αρχ. σημ.: `καλώ συνέλευση΄]

[Λεξικό Κριαρά]
εκκλησιάρχης ο· ’κκλησάρχης· ’κκλησιάρχης.
  • Αυτός που έχει τη γενική φροντίδα της εκκλησίας:
    • έχεις με προσμονάριον ομού και εκκλησιάρχην (Προδρ. I 98).

[<ουσ. εκκλησία + άρχης. Τ. γκλησιάρχης σήμ. ιδιωμ. Η λ. τον 9. αι.· βλ. και LBG]

[Λεξικό Κριαρά]
εκκλησίαρχος ο· ’κκλησάρχος, (Πιστ. βοσκ. IV 3, 150’κκλησιάρχος, (Πιστ. βοσκ. V 6, 9).
  • Επιστάτης εκκλησίας:
    • (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 461).

[<ουσ. εκκλησιάρχης κατά τα ουσ. σε αρχος. Η λ. στο LBG]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκκλησίασμα το [eklisíazma] Ο49 : το σύνολο των πιστών που παρευρίσκονται στην τέλεση μιας ιερής ακολουθίας σε εκκλησία: Tο ~ άκουγε με κατάνυξη τη λειτουργία.

[λόγ. εκκλησιασ- (εκκλησιάζομαι) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκκλησιασμός ο [eklisiazmós] Ο17 : η παρακολούθηση ιερής ακολουθίας σε εκκλησία: Tο Yπουργείο Παιδείας διέταξε τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό των μαθητών.

[λόγ. < ελνστ. ἐκκλησιασμός `σύγκληση συνέλευσης΄ κατά τη σημ. του εκκλησιάζομαι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εκκλησιαστήριο το [eklisiastírio] Ο40 : ως γενικός χαρακτηρισμός οικήματος ή χώρου που χρησιμοποιήθηκε από τους πρώτους χριστιανούς για τις θρησκευτικές τους συγκεντρώσεις και τον εκκλησιασμό τους.

[λόγ. < ελνστ. ἐκκλησιαστήριον]

[Λεξικό Κριαρά]
εκκλησιαστικός, επίθ.· ’κκλησαστικός· ’κκλησιαστικός.
  • 1) Που ανήκει ή αναφέρεται στη χριστιανική εκκλησία:
    • εκκλησιαστικά εισοδήματα (Έκθ. χρον. 4720).
  • 2) Θεοφοβούμενος:
    • (Σουμμ., Ρεμπελ. 192).
  • Το αρσ. ως ουσ. = ιερωμένος, κληρικός:
    • ’Κκλησαστικοί και λαϊκοί το νόμο ελαττώσα (Π. Ν. Διαθ. φ. 245α 7).

[αρχ. επίθ. εκκλησιαστικός. H λ. και σήμ.]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go