Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: εις
97 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εις [is] πρόθ. : (λόγ.) (βλ. και εισ-) μόνο σε ΦΡ και εκφράσεις με αιτιατική· σε: ~ είδος, σε είδος. ~ βάρος*. είμαι ~ θέσιν*. (λόγ.) ~ μάτην*. || σε ευχές: ~ ανώτερα / έτη πολλά / υγείαν. || σε παραγγέλματα: ~ τα όπλα, εμπρός στα όπλα. ~ έπαρσιν σημαίας / παράταξιν, έτοιμοι για έπαρση σημαίας κτλ.

[λόγ. < αρχ. εἰς]

[Λεξικό Κριαρά]
εις, πρόθ.· εισέ· ’ς [πριν από σύμφωνο (λ.χ. ’Σ μεγάλην Βοσκοπ. 1, ’ς καιρού Ερωτόκρ. Δ´ 1105)]· σ’ [πριν από φωνήεν, και σε συνεκφ. με το άρθρο τον, την, κλπ. γρ. στον, στην, κλπ. (Πουλολ. 452, κ.α.)]· σε.
  • 1) Τόπος
    • α) στάση (ενίοτε και με τοπ. επίρρ.):
      • (Διγ. Z 3163), (Βακτ. αρχιερ. 180
    • β) μέσα:
      • εποίησαν εις φυλακήν την εβδομάδα εκείνην (Χρον. Μορ. H 4217
    • γ) ανάμεσα (ενίοτε και με το επίρρ. επάνω):
      • στους Τούρκους αναθρέφετον (Χρον. Τόκκων 2029
    • δ) κατεύθυνση (καμιά φορά και εχθρική) (ενίοτε και με την πρόθ. προς):
      • (Διγ. Z 2919
    • ε) (με το σύνδ. έως) τέρμα:
      • απελθόντος αυτού και έως εις την Πάτραν (Σφρ., Χρον. 9815
    • στ) απέναντι:
      • αυτόν εις ήλιον στήσον έως ώρας η´ (Ορνεοσ. 54720).
  • 2) Ενώπιον:
    • να μηδέν ψευσθείς εις τον βασιλέαν (Ιστ. πατρ. 16414).
  • 3) Εναντίον (ενίοτε και με το επίρρ. απάνω):
    • μη σύρει εις αύτον πλέον τινάς απάνω εις την ζωήν του (Χρον. Μορ. P 4062).
  • 4) Χρόνος
    • α) (γενικά):
      • εισέ καιρό οπού πόλεμος αδυνατός εκίνα (Ερωτόκρ. Ε´ 156
    • β) (διάρκεια):
      • να ποίσει εις όσον ξημερώσει την δουλειάν του (Κυπρ. ερωτ. 782
    • γ) επανάληψη (με τακτικό αριθμητ.):
      • εκείνος να έλθει εις την τρίτην φοράν (Ασσίζ. 41926).
  • 5) Αιτία:
    • Περίσσια θλίψις στον σκληρόν, τυραννισμένον φόνον (Λίμπον. Αφ. 15).
  • 6) Ποιητικό αίτιο:
    • τό έπαθα εις εσάς ποτέ ουκ ελησμονώ το (Διγ. Esc. 157).
  • 7) Προσέγγιση:
    • να σμίξει εισέ πόλεμον (Χρον. σουλτ. 14418).
  • 8) Σκοπός:
    • τα φυλάττω και κρατώ σ’ ασφάλειαν της αγάπης (Χρον. Μορ. H 8744).
  • 9) Συμφωνία:
    • τότε θέλειν γίνειν η αγάπη εις την όρεξίν σου (Μαχ. 2102).
  • 10) Αναφορά:
    • άλλη ουκ ήτον ωσάν αυτήν εις ευγενείαν και κάλλος (Ιμπ. 38).
  • 11) Κατάσταση:
    • έπεσε εις ζάλην φοβερήν, σ’ αστένειον βαρυτάτην (Χρον. Μορ. H 7216).
  • 12) Όριο:
    • λαβώνει τον εις τον θάνατον (Ασσίζ. 4578).
  • 13) Καταμερισμός:
    • εις εκατόν εκόπτετον ο νους μου (Λίβ. (Lamb.) N 472).
  • 14) Για σχηματ. κατηγ.:
    • τους μέλλοντας ψηφισθήναι εις επισκόπους (Διάτ. Κυπρ. 5124).
  • 15) Για σχηματ. σε θέση αντικ. ή δοτ. προσωπικής ή μη (ενίοτε και με επίθ.):
    • ορέχθηκεν εις αύτον (Λίβ. N 2569· Λίβ. Esc. 1291), (Ερωτόκρ. Α´ 2141).
  • 16) Αντικατάσταση (με επόμ. την πρόθ. διά):
    • Αν λάχει ότι είς άνθρωπος αμαχεύσει το άλογον του ετέρου ανθρώπου εις διά πέρπυρα κ´ (Ασσίζ. 5424).
  • 17) Ποσότητα ή αξία:
    • εις εξήκοντα χιλιάδας επουλήθηκεν ο λίθος (Πτωχολ. α 311).
  • 18) Μέσο, όργανο:
    • μην πλανεθείτε σε φλωριά (Περί γέρ. 180
    • (με την πρόθ. διά):
      • να πουληθεί εις διά χειρός … Σαρακηνού (Ασσίζ. 15026).
  • 19) Τρόπος:
    • επάρετέ τον εις το καλόν (Μαχ. 59621).
  • 20) Δικαιοδοσία:
    • έχει σε εις θέλημάν του (Χρον. Μορ. H 4123).
  • 21) (Προκ. για κυριαρχία, υπεροχή):
    • Μάιος εβασίλευσεν εις άπαντας τους μήνας (Διγ. Z 2769).
  • 22) Προσθήκη (με το επίρρ. επάνω):
    • επαφήνω πέρπυρα ρ´ … επάνω εις όλα μου τα καλά (Ασσίζ. 1437).
  • 23) Όρκος (ενίοτε με το επίρρ. απάνω):
    • να μαρτυρήσουν απάνω εις την ψυχήν τους με όρκον (Ασσίζ. 8116).
  • Εκφρ.
  • 1) Εις (τους) αιώνας, βλ. αιών Εκφρ. 1.
  • 2) Εις άκρον, εις άκρος, βλ. άκρον Εκφρ. 1.
  • 3) Εις αλήθεια(ν), σ’ αλήθειαν, βλ. αλήθεια 1 εκφρ.
  • 4) Σ’ αληθ(ει)οσύνη, βλ. αληθοσύνη 1.
  • 5) Eις άριστον, βλ. άριστος.
  • 6) Εις βάρος = με κακή διάθεση:
    • (Χρον. Μορ. H 8732).
  • 7) Εις το γοργόν = γρήγορα:
    • (Πουλολ. 37).
  • 8) Εις (τ’) έν(α) = μαζί, ομού:
    • (Φαλιέρ., Ιστ. 370).
  • 9) Επάνω εις εκατόν = εκατό τοις εκατό:
    • (Λίβ. P 735).
  • 10) Εις επήκοον (κάπ.) = μπροστά (σε κάπ.):
    • (Διήγ. παιδ. 113).
  • 11) Εις το καθόλου = εντελώς:
    • (Γεωργηλ., Βελ. Λ 181).
  • 12) Εις καιρούς = κάποτε:
    • (Σπαν. Va 122).
  • 13) Εις κενόν = μάταια:
    • (Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 249).
  • 14) Εις κοντολογίαν = με λίγα λόγια, κοντολογίς:
    • (Χριστ. διδασκ. 53).
  • 15) Εις κοντόν = σύντομα (χρον.):
    • (Κυπρ. ερωτ. 10822).
  • 16) Εις κόρον = με υπερβολή:
    • (Προδρ. IV 395).
  • 17) Εις κρίμαν = αμαρτωλά:
    • (Μαχ. 46436).
  • 18) Εις το μέγα = υπερβολικά:
    • (Προδρ. IV 61).
  • 19) Εις μέρος μεν …, εις άλλο δε = από το ένα μέρος …, από το άλλο:
    • (Διγ. Z 975).
  • 20) Εις μεσοθιό, βλ. εισμεσοθιό.
  • 21) Εις μίαν, βλ. εισμίαν.
  • 22) Εις μίαν καρδιάν = με ένα αίσθημα:
    • (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 451).
  • 23) Εισέ ροπήν του οφθαλμού = αμέσως, αυτοστιγμεί:
    • (Γαδ. διήγ. 392).
  • 24) Εις το ολιγότερον = τουλάχιστο:
    • (Ασσίζ. 1398).
  • 25) Εις πλάτος = σε μεγάλη έκταση:
    • (Ιστ. πατρ. 1459).
  • 26) Εις πλήθος = σε μεγάλο βαθμό:
    • (Πτωχολ. α 102).
  • 27) Εις πληροφορίαν = από πληροφορία:
    • (Χρον. Μορ. H 3953).
  • 28) Εις πλησμονήν = πλουσιοπάροχα:
    • (Ψευδο-Σφρ. 1742).
  • 29) Εις (το) πρόσωπον = κατά πρόσωπο:
    • (Φλώρ. 1547).
  • 30) Εις σφόδρα = σε μεγάλο βαθμό:
    • (Χρον. Μορ. H 1810).
  • 31) Εις τέλος = τελικά:
    • (Βίος Αλ. 1061).
  • 32) Εις υπερβολήν = πάρα πολύ:
    • (Χειλά, Χρον. 352).
  • 33) Χρόνο εις χρόνο = κάθε χρόνο:
    • (Πεντ. Δευτ. XV 20).
  • 34) Εις ώδε = εδώ:
    • (Διγ. Z 771).
  • 35) Εις (την) ώρα = πολύ σύντομα:
    • (Ευγέν. 1032).

[αρχ. πρόθ. εις. Ο τ. σε και η συνεκφ. στον, στην, κλπ. και σήμ. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
είς, αριθμητ.· γείς· ένας· ενείς· νείς· ενού· ενούς· ’νούς.
  • 1)
    • α) Ένας:
      • (Μαχ. 38033
    • β) (για να δηλωθεί έμφαση):
      • έναν θεόν λατρεύουσιν (Διήγ. Βελ. χ 577
    • γ) (με την αντων. μόνος):
      • (Χρον. Μορ. H 7169
    • δ) (με άρν.) κανείς:
      • δεν απόμεινεν ακρίδα μια (Πεντ. Έξ. X 19).
  • 2) Εκφρ.
    • α) είς έκαστος = ο καθένας χωριστά:
      • (Βυζ. Ιλιάδ. 127
    • β) είς είς, ένας ένας = ο ένας ξεχωριστά από τον άλλον:
      • (Ντελλαπ., Στ. θρην. 79), (Κώδ. Χρονογρ. 57).
  • 3) Μοναδικός:
    • γίνομαι χριστιανή και έρχομαι στην μία … πίστιν την τελεία (Διγ. O 1115).
  • 4) Πρώτος:
    • εις τη μια του μηνού (Πεντ. Γέν. VIII 13).
  • 5) Ίδιος:
    • από ενού πατρός και απέ μιας μητρός (Ασσίζ. 42117).
  • 6) (Με άρθρο) ο ένας από τους δύο:
    • ο νείς κρατεί τον Άγιον ’Λαρίον, … και ο κοντοστάβλης την Κερυνείαν (Μαχ. 40426).
  • 7) Κάποιος:
    • ετέρου ενού ανθρώπου (Ασσίζ. 48127).
  • 8)
    • α) (Με την αντων. άλλος για να δηλωθεί αλληλοπάθεια):
      • με το πιάσε ενούς τ’ αλλού τη χέρα (Βοσκοπ. 220
    • β) έκφρ. ο ένας και ο άλλος, βλ. άλλος 1 έκφρ. (1)·
    • γ) έκφρ. ένα … τ’ άλλο, βλ. άλλος 1 εκφρ. (3)·
    • δ) έκφρ. άλλη(ν) μία(ν) (ενν. φοράν), βλ. άλλος 3 έκφρ. (1)·
    • ε) έκφρ. ο είς οπίσω του άλλου = διαδοχικά:
      • (Μαχ. 2627
    • στ) έκφρ. ένα με τ’ άλλο = κατά μέσο όρο:
      • (Σουμμ., Ρεμπελ. 180
    • ζ) (με την αντων. άλλος για να δηλωθεί περιφρόνηση):
      • ενός και αλλού τα εχάρισεν (Σκλέντζα, Ποιήμ. 151).
  • 9) Φρ. είμαι (εις) (το) ένα(ν) με κάπ. = ενώνομαι με κάπ. ψυχικώς:
    • (Χρον. Μορ. H 3134).
  • 10) Φρ. γίνομαι (το) ένα με κάπ. =
    • (α) ενώνομαι με κάπ.:
      • (Χρον. Τόκκων 3028
    • (β) βλ. γίνομαι 4ε (α)·
    • (γ) βλ. γίνομαι 4ε (β)·
    • (δ) συμφιλιώνομαι:
      • (Χρον. Τόκκων 1834).
  • 11) Φρ. σμίγω εις (το) ένα, κατεβαίνω εις έναν = ενώνομαι:
    • (Φαλιέρ., Ιστ. 372), (Αχιλλ. O 266).
  • 12) Φρ. στέκω στο ’να (μου) = εμμένω στη σκέψη μου:
    • (Πανώρ. Β´ 264).
  • 13) Φρ. αφήνω σε μια μερ(ι)ά = εγκαταλείπω· διακόπτω:
    • (Ζήν. Α´ 312).
  • 14) Έκφρ. μια και δυο = αμέσως:
    • (Κορων., Μπούας 16).
  • 15) Έκφρ. μία ή εν μίᾳ των ημερών, έναν καιρόν = κάποτε:
    • (Τριβ., Ρε 51), (Διήγ. Βελ. χ 484), (Κυπρ. ερωτ. 503).
  • 16) (Με ουσ. που δηλώνουν αριθμό) = περίπου:
    • (Τζάνε, Κρ. πόλ. 2008).
  • 17) Έκφρ. μια ώρα = (με άρν.) καθόλου:
    • (Στάθ. Ιντ. β´ 129).
  • Η αιτιατ. του θηλ. επιρρ. =
    • α) μια φορά:
      • μια την ημέρα (Φαλιέρ., Ρίμ. 292
    • β) κάποτε:
      • Μιαν από κόπου ενύσταξα (Απόκοπ. 3).

[αρχ. αριθμητ. είς. Ο τ. ένας και σήμ. Οι τ. γείς και νείς και η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εις μία εν [ís mía én] αριθμτ. επίθ. απόλ. : (λόγ.) ένας, μόνο σε απαρχαιωμένες εκφράσεις εν μιά νυκτί, σε μια νύχτα μόνο. εν ενί λόγω, με ένα λόγο, με μια κουβέντα. εν προς εν, ένα προς ένα, ένα ένα: Tα έλεγξε όλα εν προς εν. εν οίδα* ότι ουδέν οίδα. || (γραμμ.) εν διά δυοίν, σχήμα λόγου κατά το οποίο μία έννοια εκφράζεται με δύο λέξεις που συνδέονται με το και ενώ, σύμφωνα με το νόημα, η μία από αυτές έπρεπε να εκφέρεται ως προσδιορισμός της άλλης, π.χ.: «Πέρασε ράχες και βουνά» αντί «Πέρασε ράχες βουνών».

[λόγ. < αρχ. εἵς, μία, ἕν]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εισ- [is] & [iz], πριν από [v, δ] & είσ- [ís] ή [íz], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο πρόθημα : η λόγια πρόθεση εις ως πρόθημα σε ρήματα, ουσιαστικά και τα παράγωγά τους. I. δηλώνει ότι η κίνηση ή η ενέργεια που εκφράζει η πρωτότυπη λέξη γίνεται: 1. με κατεύθυνση προς τα μέσα ή προς ένα τέρμα· την αντίθετη έννοια τη δηλώνει η παραγωγή με το πρόθημα εκ-: εισάγω, εισβάλλω, εισέρχομαι, εισορμώ, εισρέω, εισχωρώ· εισαγωγή, εισβολή, είσοδος, εισπνοή, εισχώρηση. 2. για ένα σκοπό: εισηγούμαι, εισπράττω, εισφέρω· είσπραξη, εισφορά· εισηγητικός, εισπρακτέος. II. χωρίς να έχει σήμερα κάποια εμφανή σημασία: εισαγγελέας.

[λόγ. < αρχ. εἰσ- < πρόθ. εἰς `προς τα μέσα΄ ως α' συνθ.: αρχ. εἰσ-έρχομαι, εἰσ-άγω, εἰσ-αγωγή· το α' συνθ. περιορίστηκε σε λειτουργία προθήματος, και στη σημερ. μορφή της γλ. πολλά παράγωγα δεν αναλύονται πια]

[Λεξικό Κριαρά]
εισ(σ)όδεμα το,
βλ. εισόδημα.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εισαγγελέας ο [isangeléas] Ο21 θηλ. εισαγγελέας [isangeléas] : 1. λειτουργός της δικαιοσύνης και της έννομης τάξης, αρμόδιος να ασκεί ποινική δίωξη για κάθε αξιόποινη πράξη και να εποπτεύει την τήρηση των νόμων από τη δικαστική και την εκτελεστική εξουσία· (πρβ. δημόσιος κατήγορος): ~ εφετών / πρωτοδικών. 2. (προφ.) για πρόσωπο που κατηγορεί άλλον με οξύτητα και αυστηρότητα: Mη μας κάνεις τον εισαγγελέα.

[λόγ. < ελνστ. εἰσαγγελεύς, αιτ. -έα, αρχ. σημ.: `αυτός που αναγγέλλει΄· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εισαγγελεύω [isangelévo] Ρ5.1α : ασκώ καθήκοντα εισαγγελέα.

[λόγ. εισαγγελ(εύς δες στο εισαγγελέας) -εύω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εισαγγελία η [isangelía] Ο25 : η αρχή ή το λειτούργημα και η εξουσία του εισαγγελέα καθώς και η υπηρεσία του: Έγγραφο / απόφαση της εισαγγελίας Aθηνών. H έδρα / τα γραφεία της εισαγγελίας.

[λόγ. < αρχ. εἰσαγγελία `δημόσια κατηγορία΄ κατά τη σημ. της λ. εισαγγελέας]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εισαγγελικός -ή -ό [isangelikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στον εισαγγελέα: Εισαγγελική αγόρευση / πρόταση / απόφαση. Εισαγγελική αρχή / εξουσία.

[λόγ. εισαγγελ(ία) -ικός]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...10   Next >
Go to page:Go