Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δυσχέρεια
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δυσχέρεια η [δisxéria] Ο27 : ΣYN δυσκολία. 1. η ιδιότητα του δυσχερούς. ANT ευχέρεια1: H ~ ενός προβλήματος. 2. μειωμένη ικανότητα ή δυνατότητα για κτ. ANT ευχέρεια: Παρουσιάζει ~ στην ομιλία. Tα οχήματα κινούνται με ~ στους παγωμένους δρόμους. 3. (συνήθ. πληθ.) εμπόδιο, πρόσκομμα: Συνάντησε ανυπέρβλητες δυσχέρειες στην πραγματοποίηση του σκοπού του / των σχεδίων του. Ως τώρα κατόρθωσε να παρακάμψει τις δυσχέρειες που του παρουσιάστηκαν. || έλλειψη χρημάτων: Aντιμετωπίζει (οικονομικές) δυσχέρειες. Έχω μεγάλη (οικονομική) ~. ANT ευχέρεια.

[λόγ. < αρχ. δυσχέρεια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go