Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δράστης
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δράστης ο [δrástis] Ο10 θηλ. δράστρια [δrástria] Ο27 & (λόγ.) δράστις [δrástis] : 1. αυτός που έχει κάνει μια αξιόποινη πράξη από πρόθεση ή από αμέλεια: Ο ~ του φόνου / της ληστείας διέφυγε / κρατείται στην αστυνομία. Ο ~ του τροχαίου ατυχήματος παραμένει άγνωστος. 2. (ειρ., πειραχτικά) αυτός που έχει πει ή που έχει κάνει κτ. που δε θεωρείται πετυχημένο ή σωστό: Ποιος είναι ο ~ αυτού του ποιήματος / αυτής της παράστασης / αυτής της πρωτοβουλίας;

[λόγ. < ελνστ. δράστης `που κάνει΄, αρχ. σημ.: `εργάτης΄ σημδ. γερμ. Täter(;)· λόγ. δράσ(της) -τρια· λόγ. < ελνστ. δράστις]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go