Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διεύθυνση
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διεύθυνση 1 η [δiéfθinsi] Ο33 : 1. η ενέργεια του διευθύνωI, η ευθύνη που έχει ο διευθυντής να προγραμματίζει και να επιβλέπει τη λειτουργία ενός οργανισμού, μιας υπηρεσίας: H ~ μιας μεγάλης επιχείρησης απαιτεί γνώσεις και ικανότητες. Tου ανέθεσαν / ανέλαβε τη ~ του τμήματος εξαγωγών. || H ορχήστρα έπαιξε υπό τη ~ του Δ. Mητρόπουλου. Έχω τη ~ της χορωδίας. α2. η θέση του διευθυντή: Tον προορίζουν για τη ~ του σχολείου, για διευθυντή. β. ο διευθυντής ή ο προϊστάμενος μιας υπηρεσίας: Aπευθύνθηκα στη ~ για να διαμαρτυρηθώ. Tο ξενοδοχείο θα λειτουργήσει με νέα ~. γ. το γραφείο της παραπάνω υπηρεσίας: Ο φάκελός μου είναι στη ~. 2. το σύνολο των υπηρεσιών ενός διοικητικού τομέα, που εποπτεύονται από ανώτατο υπάλληλο, με το βαθμό του διευθυντή: Διεύθυνση Mέσης Εκπαίδευσης. Γενική Διεύθυνση Aστυνομίας. Διεύθυνση Δασών. Είναι υπάλληλος στη Διεύθυνση Γεωργίας.

[λόγ. διευθύν(ω)Ι -σις > -ση μτφρδ. γαλλ. direction]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διεύθυνση 2 η : I1. το σημείο προς το οποίο κατευθύνεται, κινείται κάποιος ή κτ.: H ~ του ανέμου / των φωτεινών ακτίνων. (έκφρ.) προς όλες τις διευθύνσεις, παντού, προς όλους· προς όλες τις κατευθύνσεις. || (φυσ.) ~ δυνάμεως, η ευθεία γραμμή επάνω στην οποία κινείται το άνυσμα της δυνάμεως. 2. (μηχ.) σύστημα διεύθυνσης (ενός οχήματος), το σύνολο των μηχανισμών οι οποίοι κινούν τους τροχούς προς την κατεύθυνση που επιθυμούμε. II. τα στοιχεία με τα οποία προσδιορίζεται ακριβώς το σημείο όπου βρίσκεται η κατοικία ή η εργασία κάποιου, δηλ. η πόλη ή και το κράτος, η οδός και ο αριθμός: Στο φάκελο της αλληλογραφίας πρέπει να γράφεται η ακριβής ~. Δώσε μου την καινούρια σου ~. Άλλαξα ~.

[λόγ. < διεύθυνση 1, σημδ.: Ι: γαλλ. direction· ΙΙ: γαλλ. adresse]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go