Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διευθέτηση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διευθέτηση η [δiefθétisi] Ο33 : 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διευθετώ1: H ~ της διαφοράς / του προβλήματος, η ρύθμιση. 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διευθετώ2, τα έργα διαμόρφωσης: H ~ του χειμάρρου / του χώρου γύρω από το εργοστάσιο.

[λόγ. διευθετη- (διευθετώ) -σις > -ση (πρβ. μσν. διευθέτησις `καλή τάξη΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go