Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διαφωνία
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαφωνία η [δiafonía] Ο25 : 1. η διαφορά απόψεων που υπάρχει για ένα συγκεκριμένο ζήτημα, ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα άτομα. ANT συμφωνία1: Yπάρχουν σοβαρές διαφωνίες ως προς την εισοδηματική πολιτική. Διατύπωσε δημόσια τη ~ του και παραιτήθηκε. ~ ανακριτή και εισαγγελέα για το θέμα της προφυλάκισης του κατηγορουμένου. Δεν έχω καμιά ~ σε όσα λες, συμφωνώ απόλυτα. || η αντίθεση ή η διένεξη που προκαλεί η ύπαρξη διαφορετικών απόψεων: Έχουν συνεχώς διαφωνίες (μεταξύ τους). 2α. (μουσ.) στην αρχαία ελληνική μουσική, η συνήχηση δύο φθόγγων που παράγει ένα δυσάρεστο ηχητικό αποτέλεσμα. ANT συμφωνία13. β. (τεχν.) η εμφάνιση του σήματος ενός τηλεπικοινωνιακού κυκλώματος και σε άλλα γειτονικά, με αποτέλεσμα την κακή λειτουργία του κυκλώματος.

[λόγ. < αρχ. διαφωνία]

[Λεξικό Κριαρά]
διαφωνία η.
  • Αντίθεση, διαφορά:
    • (Κορων., Μπούας 99).

[αρχ. ουσ. διαφωνία. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go