Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διαμόρφωση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαμόρφωση η [δiamórfosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαμορφώνω. 1. το να δίνει κάποιος σε κτ. μορφή, σχήμα: H ~ του εδάφους. Παράγοντες που συνετέλεσαν στη ~ του στερεού φλοιού της γης. || μετατροπή: ~ ενός κτιρίου σε μουσείο. || (τεχνολ.) ~ με έλαση / με συμπίεση. (φυσ.) ~ της συχνότητας / φάσης του ηλεκτρικού ρεύματος. ~ του πλάτους των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων / μιας ταλάντωσης. 2α. ηθική, πνευματική διάπλαση: H ~ του χαρακτήρα. β. το να προκύπτει κτ. ως αποτέλεσμα ενεργειών, δραστηριοτήτων, διαδικασιών ή άλλων γεγονότων που προηγήθηκαν: ~ γνώμης / άποψης. || H ~ των τιμών.

[λόγ. < ελνστ. διαμόρφω(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go