Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διαζευκτικός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διαζευκτικός -ή -ό [δiazefktikós] Ε1 : (λογ.) που παρουσιάζει ως εξίσου δυνατές δύο διαφορετικές επιλογές (και που η υιοθέτηση της μιας αποκλείει εν μέρει ή εν όλω την άλλη): Tο δίλημμα είναι ένας ~ συλλογισμός. Διαζευκτική πρόταση / λύση. || (γραμμ.) διαζευκτικοί σύνδεσμοι, οι διαχωριστικοί συνδεσμοι: Οι σύνδεσμοιή” και “είτε” είναι διαζευκτικοί. διαζευκτικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < ελνστ. διαζευκτικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go