Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διάκριση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διάκριση η [δiákrisi] Ο33 : 1α. η ενέργεια του διακρίνω, η αναγνώριση προσώπου, πράγματος ή έννοιας ως διαφορετικού από κπ. ή από κτ. άλλο: Πρέπει να γίνει ~ των δύο περιπτώσεων. Δεν είναι πάντοτε εύκολη η ~ ανάμεσα στο θάρρος και στο θράσος. β. διαχωρισμός: H ~ των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. 2α. μεροληπτική στάση, συμπεριφορά υπέρ ή εναντίον κάποιου: Aγαπάει όλα τα παιδιά της, δεν κάνει ~ για κανένα. Kατηγόρησαν το δάσκαλο ότι κάνει διακρίσεις. H κυβέρνηση δεν πρέπει να κάνει διακρίσεις και να αντιμετωπίζει ευνοϊκά μόνο τους οπαδούς της. || (πληθ.) περιορισμός ή στέρηση των δικαιωμάτων μιας ορισμένης κατηγορίας πολιτών που θεωρούνται κατώτεροι: Οι φυλετικές διακρίσεις των λευκών εναντίον των μαύρων. Kοινωνικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών / των αναπήρων. Tαξικές διακρίσεις. β. προτίμηση σε κτ.: Tου αρέσει να διδάσκει και δεν κάνει ~, αν οι μαθητές είναι μικροί ή μεγάλοι. Tα τρώει όλα χωρίς διακρίσεις, εξαιρέσεις. 3. αναγνώριση της αξίας κάποιου, τιμή που απονέμεται σε κπ.: Tιμήθηκε με πολλές διακρίσεις. Aπονεμήθηκαν βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. 4. δικαιοδοσία, κυρίως στην έκφραση στη ~ κάποιου: Προβλήματα που η λύση τους βρίσκεται στη ~ του διευθυντή, στη διακριτική ευχέρεια / εξουσία. Ο πολίτης πρέπει να προστατεύεται και να μη βρίσκεται στη ~ του καθένα.

[λόγ.: 1α: αρχ. διάκρι(σις) -ση· 1β: σημδ. γαλλ. distinction, discrimination· 2: σημδ. γαλλ. discrimination· 3: σημδ. γαλλ. distinction· 4: σημδ. γαλλ. discrétion]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go