Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διάθεση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
διάθεση η [δiáθesi] Ο33 : I1. συναισθηματική ή γενικά ψυχική κατάσταση συνήθ. προσωρινού χαρακτήρα: Xαρούμενη / εύθυμη / φιλική / εχθρική / αισιόδοξη / ερωτική / εριστική ~. Kαλή / κακή ~. || (ειδικότ.) η καλή διάθεση, κέφι: Δεν έχω ~ σήμερα. 2. τάση, επιθυμία για κτ.: Έχω ~ για διασκέδαση / να διασκεδάσω. ~ για γλέντι / συζήτηση / καβγά / δουλειά. Δεν έχω ~ να σε δω σήμερα. 3. (πληθ.) για αισθήματα, σκοπούς, προθέσεις: Ήρθε με καλές / άγριες διαθέσεις. 4. (γραμμ.) η ιδιότητα του ρήματος να δηλώνει ότι το υποκείμενο ενεργεί, πάσχει ή βρίσκεται σε μια κατάσταση: Ενεργητική / μέση / παθητική / ουδέτερη ~. II. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαθέτω. 1. χρήση, χρησιμοποίηση: H ~ του ελεύθερου χρόνου. 2α. παραχώρηση σε κπ. άλλο, χορήγηση: ~ χρημάτων / πιστώσεων. Aποφάσισε τη ~ της περιουσίας του σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. β. κατοχή και πώληση: ~ προϊόντων / εμπορευμάτων / αποθεμάτων. 3. σε εκφράσεις είμαι στη ~ κάποιου, μπορώ να βοηθήσω, να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, όποτε μου το ζητήσουν. είναι κτ. στη ~ κάποιου, μπορεί να το χρησιμοποιήσει όποτε θέλει. θέτω κτ. / τον εαυτό μου στη ~ κάποιου, ώστε να μπορεί να το / με χρησιμοποιήσει όπως και όποτε θέλει. έχω κτ. στην αποκλειστική μου ~, έχω το δικαίωμα κατοχής και πώλησης. || (για δημόσιο υπάλληλο ή στρατιωτικό): Είναι / βρίσκεται / τίθεται στη ~ της υπηρεσίας του, είναι σε διαθεσιμότητα.

[λόγ.: I: αρχ. διάθε(σις) -ση (4: με βάση την ελνστ. σημ.: `φωνή ρήματος΄ σημδ. γαλλ. voix, δες φωνή)· II: αρχ. σημ.: `ταχτοποίηση, πώληση προϊόντων΄ & σημδ. γαλλ. disposition]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go