Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: διάθεμα
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
διάθεμα το· διάθεμαν.
  • Εντολή:
    • Έστεσε ο Θεός διάθεμαν (Χούμνου, Κοσμογ. 777).

[μτγν. ουσ. διάθεμα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go