Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δημιούργημα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δημιούργημα το [δimiúrjima] Ο49 : το αποτέλεσμα του δημιουργώ, αυτό που δημιουργεί κάποιος ή κτ.: Ο άνθρωπος είναι ~ του Θεού. Tα δημιουργήματα του ανθρώπου. Ένα τεχνικό / επιστημονικό / καλλιτεχνικό ~. Kαμαρώνει (για) τα δημιουργήματά του. ~ της τύχης / της φαντασίας, για κτ. τυχαίο, φανταστικό. || (για πρόσ.) για κπ. που οφείλει ό,τι είναι ή ό,τι έχει κάνει σε κπ. άλλο: Ο αθλητής είναι ~ του προπονητή του.

[λόγ. < ελνστ. δημιούργημα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go