Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δεσμός
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεσμός ο [δezmós] Ο17 : 1. στην έκφραση γόρδιος* ~. 2. (μτφ.) στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ή η στενή σχέση που συνδέει ένα πρόσωπο με κπ. ή με κτ.: Ο ~ του γάμου. Ερωτικός ~. ~ αίματος, για συγγένεια εξ αίματος. Δεν έχω δεσμό μαζί του, ερωτική σχέση. Οι νησιώτες έχασαν τους στενούς δεσμούς τους με τη θάλασσα. Έκοψε τους δεσμούς του με το παρελθόν. Οι δεσμοί μας με την καθαρεύουσα γίνονται όλο και πιο χαλαροί. || οτιδήποτε δημιουργεί ανάμεσα στους ανθρώπους ένα πλέγμα καθηκόντων ή υποχρεώσεων: Iδεολογικοί / οικονομικοί δεσμοί. 3. (χημ.) αλληλεπίδραση μεταξύ όμοιων ή διαφορετικών ατόμων, που έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία των χημικών ενώσεων: Ομοιοπολικός* / ετεροπολικός* ~.

[λόγ.: 1: αρχ. δεσμός· 2, 3: σημδ. γαλλ. lien & αγγλ. bond]

[Λεξικό Κριαρά]
δεσμός ο.
  • 1) (Προκ. για πράγμα)
    • α) αυτό με το οποίο δένεται κ.:
      • επαίρνει την γραφήν, έλυσε τον δεσμόν της (Λίβ. P 1392
    • β) δέσιμο:
      • ένα δεσμόν τα έδεσε (ενν. τα χαρτιά) (Λίβ. Esc. 1498).
  • 2) Πληθ. δεσμά τα = δέσμευση ελευθερίας (ως ποινή):
    • ευρισκόταν εις τα δεσμά της δικαιοσύνης (Σουμμ., Ρεμπελ. 187).
  • 3) Τιμωρία:
    • ελευθέρους δεσμού τε και ενοχής (Ιστ. πατρ. 1479).
  • 4) Μαγικός κατάδεσμος:
    • Εάν λυθεί το του δεσμού και η γυνή συλλάβει (Φλώρ. 42).
  • 5) (Προκ. για το Θεό) σύνδεση(;):
    • (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 852).
  • 6) Μεταφ.
    • α) σύνδεσμος (ψυχικός):
      • της φιλίας μου τον δεσμόν (Λίβ. Esc. 4237
    • β) κάθε τι που καταπιέζει, δεσμεύει:
      • μας επερίφραξεν δεσμός της αμαρτίας (Θρ. Κων/π. Βαρβ. 48).

[αρχ. ουσ. δεσμός. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go