Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δερματίτιδα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δερματίτιδα η [δermatítiδa] Ο28 : (ιατρ.) φλεγμονή του δέρματος.

[λόγ. < γαλλ. dermatite, dermite < dermat- < αρχ. δερματ- (δέρμα) -ite = -ίτις > -ίτιδα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go