Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δερματέμπορος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δερματέμπορος ο [δermatémboros] Ο20 & (προφ.) δερματέμπορας ο [δermatémboras] Ο5 : αυτός που ασχολείται με το εμπόριο δερμάτων.

[λόγ. δερματ(ο)- + -έμπορος· μεταπλ. κατά το έμπορος > έμπορας]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go