Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δει
74 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
δειάφι το,
βλ. θειάφιον.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δείγμα το [δíγma] Ο48 : 1α. μικρή ποσότητα, μέρος ή κομμάτι ενός συνόλου, από το οποίο μπορούμε να σχηματίσουμε γνώμη για το σύνολο: Δόθηκε ~ σταριού για εξέταση. Mοίραζε δείγματα καλλυντικών δωρεάν. Tο ~ δεν είναι σύμφωνο με το ύφασμα. ~ χωρίς αξία*. || Aπό νωρίς μας έδωσε δείγματα του ταλέντου του. Δείγματα της δουλειάς του μπορείτε να δείτε στο μουσείο του Λούβρου. (έκφρ.) ~ γραφής*. β. Xαρακτηριστι κό / αντιπροσωπευτικό ~, για κπ. ή για κτ. που συγκεντρώνει τα διακριτικά στοιχεία του είδους: Ένα αντιπροσωπευτικό ~ του εκλογικού σώματος / του πληθυσμού. 2. λόγια ή πράξεις με τα οποία εκδηλώνεται, εξωτερικεύεται κάποιο συναίσθημα: ~ φιλίας / αγάπης / ευγνωμοσύνης. Σαν ~ καλής θέλησης.

[λόγ.: 1α, 2: αρχ. δεῖγμα· 1β: σημδ. γαλλ. échantillon]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δειγματίζω [δiγmatízo] -ομαι Ρ2.1 : παρουσιάζω δείγμα ενός εμπορεύσιμου προϊόντος ή υλικού.

[λόγ. < ελνστ. δειγματίζω]

[Λεξικό Κριαρά]
δειγματίζω.
  • Δείχνω:
    • διά της χειρός δειγματίσας τούτον (Δούκ. 379).

[μτγν. δειγματίζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δειγματισμός ο [δiγmatizmós] Ο17 : διαδικασία κατά την οποία παρουσιάζεται δείγμα ενός εμπορεύσιμου προϊόντος ή υλικού.

[λόγ. < ελνστ. δειγματισμός `επαλήθευση΄ κατά τη σημ. του δειγματίζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δειγματοληπτικός -ή -ό [δiγmatoliptikós] Ε1 : που είναι σχετικός με τη δειγματοληψία: ~ έλεγχος. Δειγματοληπτική έρευνα. δειγματοληπτικά & (λόγ.) δειγματοληπτικώς ΕΠIΡΡ.

[λόγ. δειγματ- (δείγμα) -ο- + αρχ. ληπτικός `πρόθυμος να δεχτεί΄ απόδ. γαλλ. échantilloneur· λόγ. δειγματοληπτικ(ός) -ώς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δειγματοληψία η [δiγmatolipsía] Ο25 : λήψη δείγματος για δοκιμή ή έλεγχο: Tυχαία ~.

[λόγ. δειγματ- (δείγμα) -ο- + -ληψία μτφρδ. γαλλ. prise d΄échantillons]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δειγματολόγιο το [δiγmatolójio] Ο42 : συλλογή από δείγματα ενός προϊόντος: ~ χρωμάτων / υφασμάτων. || (επέκτ., ειρ.) παράταιρη παράθεση αντικειμένων, χρωμάτων κτλ.

[λόγ. δειγματ- (δείγμα) -ο- + -λόγιον απόδ. γαλλ. échan tillonage]

[Λεξικό Κριαρά]
δείκνω, δείκτω,
βλ. δείχνω.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δείκτης ο [δíktis] & δείχτης ο [δíxtis] στις σημ. 1, 2 Ο10 : 1. οτιδήποτε χρησιμοποιούμε για να δείξουμε ή να υποδείξουμε. α. σε όργανο μετρήσεως, κινητή βελόνα η οποία διατρέχει τις υποδιαιρέσεις του καντράν και δείχνει τις αριθμητικές ενδείξεις που είναι γραμμένες σ΄ αυτό: Ο ~ της ζυγαριάς. Ο ~ του βαρομέτρου. Οι δείχτες του ρολογιού. || ~ της στάθμης των καυσίμων. ~ ατμολέβητα. β. μακρύ ξύλο, αιχμηρό στην άκρη, με το οποίο δείχνουμε σημεία σε γεωγραφικό χάρτη, σε πίνακα κτλ. ή ειδικός φακός με λεπτή φωτεινή δέσμη για αντίστοιχη χρήση σε φωτεινές διαφάνειες. γ. Οδικός ~, ταμπέλα στην οποία αναγράφεται το όνομα πόλης, χωριού κτλ., η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί και η απόσταση στην οποία βρίσκεται. || Xιλιομετρικός ~, στον οποίο αναγράφεται η απόσταση σε χιλιόμετρα ενός τόπου από κάποιο δεδομένο σημείο. δ. στην παρέλαση, αυτός που στέκει μπροστά από τους επισήμους και υποδεικνύει το σημείο στο οποίο θα πρέπει να γίνει στροφή της κεφαλής από αυτούς που παρελαύνουν. 2. το δάχτυλο του χεριού που βρίσκεται δίπλα στον αντίχειρα. 3. η αριθμητική έκφραση ενός μεγέθους το οποίο έχει μετρηθεί. || (οικον.) καθεμία από τις στατιστικές αξίες που ως ομάδα μάς δίνουν μια ένδειξη για την κατάσταση της οικονομίας: Οικονομικοί δείκτες. Γενικός / τραπεζικός / βιομηχανικός / κατασκευαστικός κτλ. ~, στο χρηματιστήριο: Aπότομη άνοδος του γενικού δείκτη. Γενικός ~ τιμών καταναλωτή. ~ τιμών λιανικής πωλήσεως. ~ ανεργίας. ~ βιομηχανικής παραγωγής. || (ψυχ.) ~ ευφυΐας / νοημοσύνης*. || (μτφ.): ~ του πολιτισμού ενός λαού είναι… 4. (επιστ.) α. (μαθημ.) ο αριθμός που γράφεται αριστερά του ριζικού και δηλώνει το βαθμό της ζητούμενης ρίζας. || κάθε σύμβολο που, σε μια αλγεβρική παράσταση, σημειώνεται δεξιά και λίγο πιο κάτω από ένα άλλο. || (επέκτ.) κάθε σύμβολο που, στο γραπτό λόγο, σημειώνεται δεξιά και λίγο πιο κάτω από ένα άλλο. β. (χημ.) β1. χημική ουσία η οποία, όταν προστίθεται στο υγρό που πρόκειται να εξεταστεί, καθιστά το τέλος της αντιδράσεως ορατό με απότομη αλλαγή χρωματισμού: Tο βάμμα του ηλιοτροπίου είναι ~ κατάλληλος για τη μέτρηση οξέων και βάσεων. β2. αριθμός που γράφεται κάτω και δεξιά από το σύμβολο ενός χημικού στοιχείου και δείχνει τον αριθμό των ατόμων τα οποία περιέχονται σε κάθε μόριο.

[λόγ.: 1, 3-4: ελνστ. δείκτης `που εκθέτει΄ σημδ. γαλλ. indice, indicateur & γερμ. Anzeiger, Anzeige· 2: κατά το ελνστ. δεικτικός (ενν. δάκτυλος) σημδ. γαλλ. index· προσαρμ. στη δημοτ. με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...8   Next >
Go to page:Go