Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δε
491 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
δε, μόρ.,
βλ. δεν.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δε 1 [δé] σύνδ. : (λόγ.) 1. αντιθετικός σε στερεότυπη εκφορά, προκειμένου να εκθέσει ο ομιλητής δύο ισοδύναμους όρους, προτάσεις: αφενός μεν… αφετέρου ~, από τη μια… από την άλλη: Aφενός μεν δεν έχω τα χρήματα αφετέρου ~ δεν το θεωρώ απαραίτητο. άλλοτε μεν… άλλοτε ~, και άλλοτε, άλλοτε πάλι: Άλλοτε μεν ήταν χαρούμενος, άλλοτε ~ λυπημένος. || σε θέση ουσιαστικού: οι / τα μεν και οι / τα ~, για πρόσωπα ή πράγματα που ομαδοποιούνται σε δύο κατηγορίες, ομάδες με βάση κάποιο κριτήριο: Για τους μεν άντρες το όριο είναι τα εξήντα πέντε χρόνια, για τις ~ γυναίκες τα εξήντα. 2. ως μεταβατικός: Ο ~ μαθητής άκουγε προσεκτικά.

[λόγ. < αρχ. δέ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεδηλωμένος -η -ο [δeδiloménos] Ε3 : (λόγ.) δηλωμένος: Είναι ~ άθεος. H δεδηλωμένη πλειοψηφία των βουλευτών και κυρίως ως ουσ. η δεδηλωμένη, στην έκφραση η αρχή της δεδηλωμένης, η υποχρέωση του ανώτατου άρχοντα να αναθέτει το σχηματισμό κυβέρνησης στο κόμμα που έχει την πλειοψηφία στη βουλή.

[λόγ. μππ. του αρχ. ρ. δηλῶ `δηλώνω΄ & σημδ. γαλλ. déclaré]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεδικασμένο το [δeδikazméno] Ο39 : (νομ.) η δέσμευση που απορρέει από μια τελεσίδικη δικαστική απόφαση.

[λόγ. ουδ. μππ. του αρχ. ρ. δικάζω μτφρδ. γαλλ. chose jugée]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεδομένος -η -ο [δeδoménos] Ε3 : 1. που είναι καθορισμένος, συγκεκριμένος, γνωστός: Οι δεδομένες οικονομικές συνθήκες επιβάλλουν… Σε μια δεδομένη στιγμή / περιοχή, κάποια. || που είναι υπαρκτός, αποδεκτός και ως εκ τούτου αποτελεί βάση ή προϋπόθεση: Θεωρώ δεδομένη την αθωότητά του. Είναι δεδομένη η επιτυχία του προγράμματος. Mε δεδομένη την αδυναμία της κυβέρνησης να εισπράξει τους φόρους… 2. (ως σύνδεσμος) δεδομένου ότι, εφόσον, αφού, επειδή: Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν τα οικονομικά περιθώρια, θα πρέπει να διακοπεί η έκδοση του περιοδικού. 3. (ως ουσ.) το δεδομένο: α. στοιχείο γνωστό ή αποδεκτό το οποίο αποτελεί βάση ή προϋπόθεση: Tα δεδομένα του προβλήματος. Επιστημονικά δεδομένα. Tα δεδομένα μας είναι ανεπαρκή. Θεωρώ / παίρνω κτ. ως δεδομένο. || (πληροφ.) κωδικοποιημένα στοιχεία, τα οποία μπορεί να τα δεχτεί, να τα αποθηκεύσει, να τα επεξεργαστεί ή να τα παρουσιάσει ο υπολογιστής: Bάση δεδομένων, σύνολο από δεδομένα που είναι έτσι ταξινομημένα και αποθηκευμένα, ώστε μπορούν να επιλεγούν με διάφορους τρόπους και από διάφορα προγράμματα. β. (πληθ.) κατάσταση που έχει δημιουργηθεί και που ισχύει: Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τα σημερινά δεδομένα.

[λόγ. μππ. του αρχ. ρ. δίδωμι `δίνω, παραχωρώ επιχείρημα΄ με βάση το ουδ. πληθ. τά δεδομένα (τίτλος συγγράμματος του Ευκλείδη) & σημδ. γαλλ. donnée, les données]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δεδουλευμένος -η -ο [δeδulevménos] Ε3 : για αμοιβή που αντιστοιχεί σε εργασία που έχει ήδη εκτελεστεί: Δεδουλευμένα ημερομίσθια.

[λόγ. μππ. του αρχ. ρ. δουλεύω `είμαι δούλος΄, μσν. σημ.: `προσφέρω υπηρεσία΄ (σφαλερή δημιουργία: το αρχ. ρ. δουλεύω δεν έχει παθ. φωνή, το νεοελλ. δουλεμένος σημαίνει `επεξεργασμένος΄) μτφρδ. γαλλ. travaillé]

[Λεξικό Κριαρά]
δεζάστρε το.
  • Καταστροφή· δυστυχία:
    • ήξευρε μοναύτα εις τα δεζάστρε σου να κομφορτιασθείς (Ξόμπλιν φ. 122r).

[<γαλλ. désastre]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δέηση η [δéisi] Ο33 : προσευχή που απευθύνεται προς το Θεό ως παράκληση ή ικεσία: Στις εκκλησίες αναπέμπονται δεήσεις. || Δέηση, εικονογραφική παράσταση με το Xριστό στο κέντρο, αριστερά την Παναγία και δεξιά τον Πρόδρομο.

[λόγ. < μσν. δέη(σις) -ση, αρχ. σημ.: `έντονη παράκληση΄]

[Λεξικό Κριαρά]
δέησις ‑ση η.
  • 1) Προσευχή:
    • κάμε προσευκή, δέηση στο Θεό μας (Θυσ. 495).
  • 2) Αίτηση, παράκληση (γραπτή):
    • δεήσεως εγγράφου (Διγ. Gr. 63).

[αρχ. ουσ. δέησις. Η λ. (ση) και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
δεητικός, επίθ.
  • Το ουδ. ως ουσ. = προσευχή, ικεσία:
    • με την καρδιάν εις τον Θεόν δεητικά να ποιείτε (Δαρκές, Προσκυν. 202 (έκδ. δεκτικά).)>

[αρχ. επίθ. δεητικός. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...50   Next >
Go to page:Go