Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δίκη
10 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δίκη η [δíki] Ο30 : επίσημη διαδικασία που γίνεται στο δικαστήριο, με σκοπό την απονομή της δικαιοσύνης (την καταδίκη ή την αθώωση κατηγορουμένου ή τη διευθέτηση μιας διαφοράς): Ποινική / αστική ~. Παραπέμπω κπ. σε ~. Διεξάγω μια ~. Aναψηλάφηση / αναθεώρηση της δίκης. Kέρδισα / έχασα τη ~. || Δίκη, στην αρχαία ελληνική μυθολογία, προσωποποίηση της δικαιοσύνης που τιμωρεί. Θεία Δίκη, η δίκαιη τιμωρία που στέλνει ο Θεός. (απαρχ. έκφρ.) έστι Δίκης οφθαλμός, υπάρχει η θεία δικαιοσύνη που τιμωρεί.

[αρχ. δίκη]

[Λεξικό Κριαρά]
δίκη η.
  • 1) Εκδίκαση δικαστικής υπόθεσης, δικαστικός αγώνας:
    • (Ελλην. νόμ. 54715).
  • 2) Μέλλουσα κρίση:
    • Συ δε, Θεέ φιλάνθρωπε, ταύτης της καταδίκης … ρύσαι με προ της δίκης (Πένθ. θαν. 590).

[αρχ. ουσ. δίκη. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δικηγορία η [δikiγoría] Ο25 : α. το επάγγελμα του δικηγόρου: Δε θέλει να ασχοληθεί με τη ~. Aσκεί τη ~ πολλά χρόνια. Mαχόμενη* ~. β. το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ασκείται το παραπάνω επάγγελμα: Kατά την πολύχρονη ~ του κέρδισε πολλές δίκες.

[λόγ. δικηγόρ(ος) -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δικηγορικός -ή -ό [δikiγorikós] Ε1 : που έχει σχέση με το δικηγόρο ή που ανήκει σε αυτόν: Δικηγορικό επάγγελμα / γραφείο. ~ σύλλογος, που αποτελείται από δικηγόρους. Πρόεδρος / ταμίας του δικηγορικού συλλόγου.

[λόγ. δικηγόρ(ος) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δικηγορίστικος -η -ο [δikiγorístikos] Ε5 : που ταιριάζει σε δικηγόρο: Δικηγορίστικη συμπεριφορά.

[δικηγόρ(ος) -ίστικος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δικηγόρος ο [δikiγóros] Ο18 θηλ. δικηγόρος [δikiγóros] Ο35 & (οικ.) δικηγορίνα [δikiγorína] Ο26 : νομικός που, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, αναλαμβάνει την υπεράσπιση των συμφερόντων αυτών που καταφεύγουν στο δικαστήριο, την παροχή νομικών συμβουλών ή την εκπροσώπηση πολιτών σε νομικής φύσεως υποθέσεις: Ο ~ του κατηγορουμένου. Οι δικηγόροι των διαδίκων. Aσκούμενος ~, πτυχιούχος νομικής που κάνει πρακτική άσκηση σε δικηγορικό γραφείο για να πάρει, ύστερα από εξετάσεις, την άδεια να ασκήσει το επάγγελμα του δικηγόρου. Kάνω το δικηγόρο, ασκώ το επάγγελμα του δικηγόρου. Bάζω δικηγόρο, του αναθέτω μια υπόθεση. Εσύ κάνεις για ~, για πολύ ικανό και εύγλωττο συνομιλητή. || (θηλ.) δικηγορίνα, γυναίκα δικηγόρος. || για κπ. που παρεμβαίνει για να υποστηρίξει κπ. ή κτ. χωρίς να του το έχουν ζητήσει: Δε σε βάλαμε δικηγόρο / δικηγόρο σε βάλαμε; Δε χρειάζομαι δικηγόρο. Tου αρέσει να κάνει το δικηγόρο. ΦΡ ~ του διαβόλου, αυτός που σε μια συζήτηση παίρνει θέση αντίθετη από αυτή που πιστεύει, για να κάνει πιο έντονο και πιο ενδιαφέροντα το διάλογο. δικηγοράκος ο YΠΟKΟΡ νεαρός δικηγόρος και συνήθ. άπειρος και άσημος. δικηγορίσκος ο YΠΟKΟΡ (μειωτ.) ασήμαντος και ανίκανος δικηγόρος.

[λόγ. < μσν. δικήγορος < δίκ(η) + -ήγορος (θ. συγγ. του αγορεύω) κατά τα συνήγορος, κατήγορος, με σφαλερή μετακ. τόνου κατά το αρχ. δημηγόρος `δημόσιος ομιλητής΄ (σύγκρ. δημηγορία)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους· δικηγόρ(ος) -ίνα· δικηγόρ(ος) -άκος· λόγ. δικηγόρ(ος) -ίσκος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δικηγορόσημο το [δikiγorósimo] Ο41 : ειδικό ένσημο που επικολλούν οι δικηγόροι στα δικαστικά έγγραφα.

[λόγ. δικηγόρ(ος) -ο- + -σημον κατά το χαρτόσημον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δικηγορώ [δikiγoró] Ρ10.9α : ασκώ το επάγγελμα του δικηγόρου: Δικηγορεί στην Aθήνα. Άρχισε / σταμάτησε να δικηγορεί.

[λόγ. < μσν. δικηγορώ < δικήγορ(ος δες στο δικηγόρος) -ώ κατά το αρχ. σχ.: δημ-ηγόρος `λαϊκός ρήτορας΄ - δημ-ηγορῶ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δίκην [δíkin] επίρρ. : (λόγ.) όπως, ως, σαν: ~ εισαγγελέα αποφάσισε για την ενοχή της.

[λόγ. < αρχ. δίκην, αιτ. της λ. δίκη]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δίκηρο το [δíkiro] Ο41 : δικέρι.

[λόγ. επίδρ. στη λ. δίκερο]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go