Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: δήθεν
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
δήθεν [δíθen] επίρρ. : ο ομιλητής το χρησιμοποιεί όταν αμφισβητεί ή θεωρεί προσποιητές τις ενέργειες ή τις δηλώσεις του υποκειμένου της πρότασης ή προσποιητό και όχι αληθινό αυτό που εκφράζει ο όρος της πρότασης με τον οποίο συνάπτεται· τάχα: Ήρθε ~ για να ζητήσει κάτι, αλλά στην πραγματικότητα για να δει εμένα. Ρώτησε πού μένουμε· ~ δεν ήξερε. Zητούσαν άδεια ~ για λόγους οικογενειακούς. || συχνά εντονότερο με τη μορφή τάχα μου ~: Εκείνος τάχα μου ~ δεν ήθελε. || συχνά σε θέση επιθέτου ή ουσιαστικού για να προσδιορίσει ή να δηλώσει κτ. προσποιητό, ψεύτικο που παρουσιάζεται ως αληθινό: Mας σύστησε μια ~ ξαδέλφη του, μια που αμφιβάλλω αν είναι ξαδέλφη του. Δε μου αρέσουν οι ~, αυτοί που προβάλλουν χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

[λόγ. < αρχ. δῆθεν]

[Λεξικό Κριαρά]
δήθεν· δήθε, επίρρ.
  • Τάχα:
    • (Ελλην. νόμ. 53628).

[αρχ. επίρρ. δήθεν. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go