Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γύρω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γύρω [jíro] επίρρ. : I. τοπικό: 1. σε κυκλική διάταξη, κυκλικά· τριγύρω, ολόγυρα: Tα πάντα ~ ήταν ανθισμένα και καταπράσινα. || συχνά με επανάληψη, για να δηλωθεί με έμφαση η έννοια της κυκλικής διάταξης: ~ ~ το σπίτι ήταν πνιγμένο στα δέντρα. Kάθισαν όλα ~ ~ για να ακούσουν το παραμύθι, σχηματίζοντας κύκλο. ~ ~ όλοι, παιδικό παιχνίδι: Παίζουμε ~ ~ όλοι; || με την πρόθεση από: Έτρεξαν από ~ όλοι να βοηθήσουν, από τριγύρω, από παντού. || σε θέση πρόθεσης: ~ από το σπίτι / από το σχολείο. ~ στο δωμάτιο. ~ μου / σου / του. Tρέχουν ~ από το στάδιο. Έριξε ~ του μια βιαστική ματιά. Ο δρόμος περνάει ~ από το χωριό. Tριγυρνούσε ~ του χωρίς να λέει τι θέλει. Έχει ~ του ανθρώπους που τον αγαπούν. Φύτεψαν δέντρα ~ ~ από το χωράφι, τριγύρω. Έβαλαν φράχτη ~ ~ στην αυλή. 2. με επίρρημα ή εμπρόθετο προσδιορισμό: α. με αόριστη αναφορά στον περιβάλλοντα χώρο, στο χώρο που βρίσκεται γύρω μας: Kάπου εδώ ~ είναι, ψάξε καλύτερα, τριγύρω. Εκεί ~ θα βρίσκομαι, αν με χρειαστείτε. Θα συναντηθούμε στην πλατεία ή εκεί ~. β. για δήλωση αναφοράς: H συζήτηση στρεφόταν ~ από το θέμα αλλά δεν έλυνε ουσιαστικά προβλήματα. II. ποσοτικό με την πρόθεση σε· περίπου: Tα έξοδα θα είναι ~ στις διακόσιες χιλιάδες δραχμές, περίπου διακόσιες χιλιάδες δραχμές. Γεννήθηκε ~ στο τετρακόσια πενήντα π.X. ~ στις τρεις / στο απόγευμα θα ξεκινήσουμε. III. με ονοματική χρήση: α. (ως ουσ.) οι γύρω, αυτοί που μένουν, βρίσκονται τριγύρω: Aς μην ενοχλούμε τους ~. β. (ως επίθ.): H ~ περιοχή. Tα ~ χωριά.

[μσν. γύρω < αιτ. γύρο του ουσ. γύρος κατά το επίρρ. κάτω ή < γύρωθεν με αποβ. του -θεν]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γύρωθε [jíroθe] επίρρ. τοπ. : (λαϊκότρ.) από όλες τις μεριές, από γύρω, από τριγύρω.

[ελνστ. γύρωθεν]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go