Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γνώμη
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γνώμη η [γnómi] Ο30 : η άποψη, η αντίληψη που έχει διαμορφώσει κάποιος σχετικά με ένα θέμα, αυτό που νομίζει κάποιος ότι είναι σωστό, ότι ισχύει: ~ έχεις για τα νέα φορολογικά μέτρα; Ποια είναι η ~ σου για… Έχω τη ~ / η ~ μου είναι ότι… Γι΄ αυτό το θέμα δεν μπορώ να έχω ~, δεν είμαι ο ειδικός, ο κατάλληλος. Θα ακούσω και άλλες γνώμες / και τις γνώμες των άλλων. Έχω το θάρρος της γνώμης μου, εκφράζω θαρραλέα και χωρίς δισταγμούς τις απόψεις μου για κτ., έστω και αν θα προκαλέσουν αντιδράσεις. Kατά τη ~ μου… Άλλαξα ~. Έχω αντίθετη ~. Πρέπει να υπάρχει ελευθερία γνώμης. Εκφέρω / εκφράζω τη ~ μου. Δεν έχω καλή ~ γι΄ αυτόν. ΠAΡ Ο λύκος* κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη ~ άλλαξε ούτε την κεφαλή του. || Εφημερίδα γνώμης, σε αντίθεση με την απλή ειδησεογραφική, η εφημερίδα που σχολιάζει και προβάλλει ορισμένες απόψεις. Mε τη σύμφωνη ~ του…, με συμφωνία. (έκφρ.) είμαι της γνώμης, νομίζω. κοινή ~: α. οι απόψεις που αποδέχεται η κοινωνία ως σύνολο: Ο τύπος διαμορφώνει σε μεγάλο ποσοστό την κοινή ~. β. ο κόσμος, η κοινωνία ως σύνολο: Ο υπουργός προσπάθησε να καθησυχάσει την κοινή ~.

[αρχ. γνώμη]

[Λεξικό Κριαρά]
γνώμη η.
  • 1) Κρίση, σκέψη, ιδέα, άποψη:
    • (Σουμμ., Ρεμπελ. 165), (Ζήν. Α´ 323).
  • 2)
    • α) Θέληση, επιθυμία:
      • (Ιστ. Βλαχ. 1146
    • β) θέληση, συγκατάθεση:
      • Παρά γνώμην της ορφανής, ήγουν έξω απέ το θέλημάν της, ουδέν δύναται να μνηστευθεί μετ’ αυτής (Ασσίζ. 52410
      • ίνα τον έχω πενθερόν τῃ ιδίᾳ του γνώμῃ (Διγ. Gr. 1257).
  • 3)
    • α) Τρόποι, ήθος, χαρακτήρας:
      • ην εκ προγόνων έχετε γνώμην καλώς φυλάττειν (Βίος Αλ. 2877
      • άξια … της καλής σου γνώμης χαρίσματα (Διγ. Άνδρ. 38329
    • β) διάθεση, ψυχική κατάσταση:
      • τα δάκρυα της εράγιζαν σκληρού ανθρώπου γνώμην (Διγ. Α 2674
    • γ) (προκ. για ζώο) διάθεση, ορμή:
      • (Ιερακοσ. 35317), (Διγ. Z 3618).

[αρχ. ουσ. γνώμη. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go