Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γεύση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεύση η [jéfsi] Ο31 : 1α. μία από τις πέντε αισθήσεις που βρίσκεται στο βλεννογόνο της γλώσσας και της στοματικής κοιλότητας: Έχει πολύ εκλεπτυσμένη ~. Δεν έχει καλή ~. β. το αίσθημα της γεύσης που δημιουργείται από την επαφή των διάφορων ουσιών με τη γλώσσα και το εσωτερικό του στόματος: Πικρή / ξινή / αλμυρή / γλυκιά ~. Έντονη / χαρακτηριστική ~. Tα πολλά τσιγάρα μού χάλασαν τη ~. Έχω πολύ άσχημη ~. γ. η καλή γεύση, η νοστιμάδα: Ρίξε κι άλλο πιπέρι στο φαγητό να πάρει ~. 2. (μτφ.) α. η γνωριμία με κτ., συνήθ. ύστερα από μια πρώτη και σύντομη επαφή: Πήραμε μια ~ της νυχτερινής ζωής. H αποτυχία στις εξετάσεις ήταν γι΄ αυτόν η πρώτη ~ της ήττας. β. η περιορισμένη συνήθ. αίσθηση, εντύπωση που προκαλεί κτ.: H φυγή τού δίνει μια ~ ελευθερίας. || Ο χωρισμός τού άφησε μια πικρή ~.

[λόγ. < αρχ. γεῦ(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go