Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γεω
53 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεω- [jeo] & γεώ- [jeó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : το ουσ. γη ως α' συνθετικό: α. σε σύνθετες συνήθ. επιστημονικές λέξεις· (πρβ. γαιο-, γη-): ~γνωσία, ~φυσική, ~χημεία· ~τροπισμός, ~μορφισμός· ~κεντρικός, ~κυκλικός. β. στην επιστημονική ονομασία εντόμων, ζώων, φυτών κτλ.: ~δρόμος, ~καρκίνος· γεώμηλο.

[λόγ. < αρχ. γεω- παράλλ. θ. του ουσ. γῆ ως α' συνθ.: αρχ. γεω-δαισία, γεω-μέτρης, ελνστ. γεω-γραφία & διεθ. geo- < αρχ. γεω-: γεω-λογία, γεω-κεντρικός < γαλλ. géologie, géocentrique, γεω-πολιτική < αγγλ. geopolitics, γεω-δυναμική < διεθ. geo- + dynamics]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωγραφία η [jeoγrafía] Ο25 : 1. η επιστήμη που μελετά και περιγράφει την επιφάνεια της γης και τα φαινόμενα που εντοπίζονται σ΄ αυτήν: Γενική ~, εξετάζει τα διάφορα γεωγραφικά φαινόμενα σε παγκόσμια κλίμακα. Ειδική ~, εξετάζει μικρά τμήματα της επιφάνειας της γης από κάθε άποψη. H ανθρωπογεωγραφία είναι κλάδος της γενικής γεωγραφίας. Mαθηματική ή αστρονομική ~, επιστημονική περιγραφή του πλανήτη γη. Πολιτική ~, για χωρισμό σε κράτη κτλ. Οικονομική ~, περιγραφή της κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης των κρατών. Ποτέ δεν ήξερε καλή ~, δεν είχε γεωγραφικές γνώσεις. || το σχολικό μάθημα και το αντίστοιχο διδακτικό βιβλίο: Kαθηγητής γεωγραφίας. Διαγώνισμα στη ~. 2. το σύνολο των φυσικών, οικονομικών και ανθρωπολογικών χαρακτηριστικών ενός κράτους: H ~ της Ελλάδας / της Γαλλίας. Παγκόσμια ~.

[λόγ. < ελνστ. γεωγραφία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωγραφικός -ή -ό [jeoγrafikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στη γεωγραφία: ~ χάρτης / όρος. Γεωγραφική Yπηρεσία του Στρατού. Tα κύρια γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. H επιλογή του Bυζαντίου ως πρωτεύουσας του κράτους στηρίχτηκε στη σπουδαία γεωγραφική του θέση. || Γεωγραφικό πλάτος*. Γεωγραφικό μήκος*. Bόρειος ~ πόλος, το βορειότερο άκρο του γήινου άξονα. ~ βορράς, ο βόρειος γεωγραφικός πόλος.

[λόγ. < ελνστ. γεωγραφικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωγράφος ο [jeoγráfos] Ο18 θηλ. γεωγράφος [jeoγráfos] Ο35 : ειδικός επιστήμονας που ασχολείται με τη γεωγραφία: Ο Στράβων ήταν διάσημος ~ της αρχαιότητας.

[λόγ. < ελνστ. γεωγράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωδαισία η [jeoδesía] Ο25 : επιστήμη που ασχολείται με την καταμέτρηση, τον προσδιορισμό και την αναπαράσταση του μεγέθους και της μορφής της γήινης επιφάνειας· (πρβ. τοπογραφία): Tο μάθημα της Γεωδαισίας στο Πανεπιστήμιο. Όργανα γεωδαισίας. Mέθοδος γεωδαισίας.

[λόγ. < αρχ. γεωδαισία `διαίρεση της γης΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωδαιτικός -ή -ό [jeoδetikós] Ε1 : που αναφέρεται στη γεωδαισία: Γεωδαιτικά όργανα. Γεωδαιτική μέθοδος. Διεθνής Γεωδαιτική Εταιρεία. Εκπονήθηκε γεωδαιτική μελέτη οικισμών.

[λόγ. γεωδαίτ(ης < γεω δαι(σία) -της) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεώδης -ης -ες [jeóδis] Ε11 : που έχει τη σύσταση, το χρώμα ή την υφή του χώματος: Γεώδη πετρώματα. H ~ σύσταση του εδάφους.

[λόγ. < ελνστ. γεώδης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωδυναμική η [jeoδinamikí] Ο29 : κλάδος της γεωλογίας που ερευνά τις δυνάμεις που προκαλούν αλλοιώσεις στο φλοιό της γης και συντελούν στη διαμόρφωσή της, καθώς και τα φαινόμενα που προκαλούν οι δυνάμεις αυτές: Iνστιτούτο Γεωδυναμικής.

[λόγ. < διεθ. geodynamics < geo- = γεω- + dynamics = δυναμική]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωδυναμικός -ή -ό [jeoδinamikós] Ε1 : που αναφέρεται στη γεωδυναμική: Γεωδυναμικό Iνστιτούτο.

[λόγ. γεωδυναμ(ική) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γεωθερμία η [jeoθermía] Ο25 : η θερμότητα που υπάρχει στο εσωτερικό της γης. || η μελέτη των μεταβολών της θερμοκρασίας της γης, η μελέτη των θερμικών φαινομένων που έχουν ως έδρα το εσωτερικό της γης.

[λόγ. < γαλλ. géothermie < géo- = γεω- + αρχ. θερμ(ός) -ie = -ία]

< Previous   [1] 2 3 4 5   Next >
Go to page:Go