Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γαία
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαία η [jéa] Ο25 : (λόγ.) (πληθ.) αγροί, χωράφια, εκτάσεις γης που μπορούν να καλλιεργηθούν: Διανομή εθνικών γαιών. Aπαλλοτρίωση γαιών. || (απαρχ. έκφρ.) γαίαν έχοι ελαφράν, (για νεκρό) ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

[λόγ. < αρχ. γαῖα, ποιητ. αντί της λ. γῆ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαιάνθρακας ο [jeánθrakas] Ο5 : γενική ονομασία για όλα τα είδη των ορυκτών ανθράκων.

[λόγ. γαιάνθρ(αξ) -ακας < γαι(ο)- + άνθραξ μτφρδ. γαλλ. charbon de terre]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαιανθρακο- [jeanθrako] & γαιανθρακό- [jeanθrakó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & γαιανθρακ- [jeanθrak], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό αναφέρεται στο γαιάνθρακα: γαιανθρακαποθήκη, γαιανθρακεμπόριο, γαιανθρακόπλινθος, ~ποίηση, γαιανθρακωρυχείο.

[λόγ. θ. του ουσ. γαιάνθρακ(ας) -ο-]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γαιανθρακοφόρος -α / -ος -ο [jeanθrakofóros] Ε14 : που περιέχει γαιάνθρακες: Γαιανθρακοφόρα στρώματα.

[λόγ. γαιανθρακο- + -φόρος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go