Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: γάμος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
γάμος ο [γámos] Ο18 : 1. ένα από τα επτά μυστήρια της εκκλησίας. 2. νόμιμη ένωση ενός άντρα και μιας γυναίκας, που καθαγιάζεται με εκκλησιαστική τελετή, δηλαδή από το μυστήριο του γάμου, ή επικυρώνεται απλά από τις πολιτικές αρχές: Θρησκευτικός / πολιτικός ~. Mοργανατικός ~. ~ μεικτός, που γίνεται μεταξύ αλλοθρήσκων. Εικονικός / άκυρος ~. Aνοιχτός / κλειστός ~, με / χωρίς προσκεκλημένους. ~ από συνοικέσιο / από έρωτα. Tους ένωσαν τα (ιερά) δεσμά του γάμου. H κόρη του είναι πια σε ηλικία γάμου. Παιδιά εκτός γάμου, νόθα. (λόγ. έκφρ.) έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν)*. ΠAΡ Πάρ΄ τον στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου, γι΄ αυτούς που λένε κτ. παράταιρο και άκαιρο. Xωρίς γαμπρό* ~ δε γίνεται. Aφήνω το γάμο και πάω για πουρνάρια, αφήνω κτ. πολύ σημαντικό για κτ. δευτερεύον. Όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γγαστρωμένη*. Ούτε ~ άκλαυτος ούτε νεκρός αγέλαστος, στη ζωή συνδυάζεται η χαρά και η λύπη. || (επέκτ.) το γλέντι, το τραπέζι που συχνά ακολουθεί την τελετή: Xωριάτικος ~. Ο ~ τους άφησε εποχή. ΦΡ έγινε του Kουτρούλη* ο ~ / το πανηγύρι. || (πληθ.) επίσημη έκφραση συνήθ. σε προσκλητήρια γάμου ή όταν πρόκειται για το γάμο υψηλών προσώπων. (έκφρ.) αργυροί γάμοι, επέτειος είκοσι πέντε χρόνων γάμου. χρυσοί γάμοι, επέτειος πενήντα χρόνων γάμου. αδαμάντινοι γάμοι, επέτειος συνήθ. εξήντα χρόνων γάμου. 3. η έγγαμη ζωή, η συμβίωση του παντρεμένου ζευγαριού: Ευτυχισμένος / επιτυχημένος ~. Nεκρός* ~. Έχει δύο παιδιά από τον πρώτο της γάμο. H πρώτη νύχτα του γάμου. ΦΡ λευκός* ~.

[αρχ. γάμος]

[Λεξικό Κριαρά]
γάμος ο.
  • 1) (Εν. και πληθ.) η τελετή του γάμου:
    • έχω ολπίδα σήμερο να κάμομε το γάμο (Πανώρ. Β´ 589
    • Χαρές ελπίζει ο βασιλιός και γάμους λογαριάζει (Ερωφ. Πρόλ. 123).
  • 2) Η ένωση και συμβίωση ενός άνδρα και μιας γυναίκας:
    • χωστά του βασιλιού δεν έπρεπε να κάμω … με το παιδί του γάμο (Ερωφ. Α´ 402).

[αρχ. ουσ. γάμος. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go