Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βόνασος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βόνασος ο [vónasos] Ο20α : είδος μεγάλου και άγριου βοοειδούς, ο ευρωπαϊκός βίσονας.

[λόγ. < αρχ. βόνασος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go