Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βρύω
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
βρυωνία η.
  • Το φυτό βρυωνία, όμοιο με κλήμα ή περιπλοκάδα:
    • (Ιερακοσ. 39617).

[μτγν. ουσ. βρυωνία. Τ. βρουνιά, κ.ά. σήμ. ιδιωμ. (ΙΛ, λ. αβρωνιά, Andr.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go