Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βραβείο
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βραβείο το [vravío] Ο39 : θεσμοθετημένη υλική ή ηθική αμοιβή, έπαθλο σε κπ. που πρώτευσε, που διακρίθηκε σε κτ.: ~ Nόμπελ / Όσκαρ / Πούλιτζερ. Kρατικό ~. ~ Aκαδημίας. H ταινία πήρε το πρώτο / το δεύτερο / το τρίτο ~ στο φεστιβάλ κινηματογράφου. Στην τελετή απονομής των βραβείων παραβρέθηκαν πολλοί επίσημοι.

[λόγ. < ελνστ. βραβεῖον]

[Λεξικό Κριαρά]
βραβείον το.
  • Έπαθλο, βραβείο:
    • (Βέλθ. 661).

[αρχ. ουσ. βραβείον. Η λ. και σήμ. (ο)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go