Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βορά
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βορά η [vorá] Ο24 (χωρίς πληθ.) : (λόγ.) 1. τροφή, λεία σαρκοφάγων ζώων: Tα πτώματα έγιναν ~ των σκυλιών. 2. (μτφ.) αντικείμενο που βρίσκεται στην απόλυτη διάθεση κάποιου: Tο δημόσιο χρήμα έγινε ~ κερδοσκόπων και κομπιναδόρων.

[λόγ. < αρχ. βορά]

[Λεξικό Κριαρά]
βορά η.
  • ?:
    • εις βοράν στόματος (Ιατροσ. κώδ. τι´).

[αρχ. ουσ. βορά. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βόρακας ο [vórakas] Ο5 : (χημ.) άχρωμο στερεό κρυσταλλικό σώμα που χρησιμοποιείται ως μέσο καθαρισμού και ως αντισηπτικό· βορικό νάτριο.

[λόγ. βόρ(αξ) -ακας < γαλλ. borax (< αραβ. < περσ.) με μετακ. τόνου κατά τα άλλα “τριτόκλιτα” σε -αξ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go