Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βεβαίωση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βεβαίωση η [vevéosi] Ο33 : 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του βεβαιώνω, πιστοποίηση, επικύρωση: Ένορκη ~. ~ της υπογραφής. 2. το έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται, πιστοποιείται κτ.: ~ σπουδών. Iατρική ~. Φέρε μαζί σου και μια ~ από την αστυνομία. 3. (για έσοδα του δημοσίου) εξακρίβωση, καθορισμός: ~ φόρων.

[λόγ. < αρχ. βεβαίω(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go