Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βασιλεύω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βασιλεύω [vasilévo] Ρ5.2α μπε. βασιλευόμενος στη σημ. I1 : I1. είμαι, γίνομαι βασιλιάς, ασκώ τη βασιλική εξουσία: Ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά. || Bασιλευόμενη δημοκρατία, για δημοκρατικό πολίτευμα στο οποίο ανώτατος άρχοντας είναι ο βασιλιάς. ANT αβασίλευτη: H Ελλάδα υπήρξε βασιλευόμενη δημοκρατία. ΦΡ ζει και βασιλεύει, ευτυχεί, είναι υγιής, περνάει καλά. 2. (μτφ.) επικρατώ, κυριαρχώ: Nεκρική σιγή βασίλευε στην αίθουσα. Στην οικογένειά μας βασιλεύει η αγάπη και η ομόνοια. H ψευτιά και η ατιμία βασίλευαν στη χώρα. ΠAΡ Στους τυφλούς* βασιλεύει ο μονόφθαλμος. ΦΡ διαίρει* και βασίλευε. II1. για τον ήλιο ή άλλο ουράνιο σώμα, εξαφανίζομαι κάτω από τη νοητή γραμμή του ορίζοντα· δύω1: Ο ήλιος θα βασιλέψει σε λίγο. ΦΡ βασίλεψαν τα μάτια του, έκλεισαν από κούραση και νύστα. 2. (μτφ.) παρακμάζω και χάνομαι, συνήθ. στη ΦΡ βασίλεψε το άστρο του, έδυσε.

[I: αρχ. βασιλεύω· II: μσν. βασιλεύω, από τη σημ. του αορ. βασίλεψε ο ήλιος `έφτασε πια στα μεσούρανα και άρχισε να γέρνει΄]

[Λεξικό Κριαρά]
βασιλεύω· βασιλεύγω.
  • 1)
    • α) Είμαι ή γίνομαι βασιλιάς:
      • (Έκθ. χρον. 811), (Διγ. O 1237), (Χρον. σουλτ. 13528
    • β) (προκ. για το Χριστό) εξουσιάζω:
      • (Ιστ. Βλαχ. 2687
    • γ) (μτβ.) κυβερνώ, διοικώ:
      • βασιλεύγει … τούτη την αξαζόμενη … χώρα (Ερωφ. Γ´ 273
      • τσι πλανήτες κυβερνάς και τ’ άστρα βασιλεύγεις (Πανώρ. Δ´ 292
    • δ) η μτχ. βασιλεύουσα = η Κωνσταντινούπολη:
      • (Byz. Kleinchron. A´ 43045
      • η βασιλεύουσα των πόλεων (Θρ. Κων/π. Πολλ. 24818
      • Πόλην την βασιλεύουσαν (Ιστ. Βλαχ. 2458).
  • 2) Επικρατώ, κυριαρχώ:
    • συ βασιλεύσεις επί γης και πάσης ταύτης άρξεις (Βίος Αλ. 4077
    • (μεταφ.):
      • Μάιος εβασίλευσεν εις άπαντας τους μήνας (Διγ. Z 2749
      • η καλή βουλή εις όλους βασιλεύει (Ιστ. Βλαχ. 1475).
  • 3) (Προκ. για τον ήλιο) δύω:
    • (Διγ. Z 194).

[αρχ. βασιλεύω. Ο τ. και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go