Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βαδίζω
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βαδίζω [vaδízo] Ρ2.1α : 1α. κινούμαι, προχωρώ με τα πόδια χωρίς να χάνω την επαφή μου με το έδαφος· περπατώ: Δεν μπορεί να βαδίσει χωρίς μπαστούνι. Bαδίζαμε σιωπηλοί στους έρημους δρόμους. Bάδιζε!, περπάτα. β. προχωρώ πεζός προς μια ορισμένη κατεύθυνση: Bαδίζαμε προς το σπίτι της. 2. (μτφ.) α. προβαίνω σε κάποιες ενέργειες, πράξεις: Θα βαδίσω σύμφωνα με τις εντολές / με τις οδηγίες σας. Bαδίζει βάσει σχεδίου. Bαδίζει αργά αλλά σταθερά. (έκφρ.) ~ στα ίχνη / στ΄ αχνάρια κάποιου, μιμούμαι τις πράξεις του, το έργο του, προσπαθώ να του μοιάσω: Bαδίζει στα ίχνη του πατέρα του / του δασκάλου της. β. ακολουθώ μια πορεία που οδηγεί προς μια νέα κατάσταση, ένα γεγονός, ένα αποτέλεσμα: Πού βαδίζουμε; Bαδίζει στην καταστροφή / στο άγνωστο. H χώρα βαδίζει προς εκλογές.

[λόγ. < αρχ. βαδίζω]

[Λεξικό Κριαρά]
βαδίζω.
  • Προχωρώ:
    • (Ερμον. Χ 144
    • (σε μεταφ.):
      • οι κριτάδες … να βαδίσουν την ευθείαν οδόν της αληθείας (Ασσίζ. 27712
    • (μεταφ.):
      • ίσασι γαρ τα πράγματα προς τους καιρούς βαδίζειν (Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 657
    • φρ. βαδίζω τον χρόνον = περνώ τον καιρό μου, χασομερώ:
      • (Λίβ. P 795).

[αρχ. βαδίζω. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go