Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: βέλος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
βέλος το [vélos] Ο46 : 1. λεπτό, επίμηκες στέλεχος με αιχμή στο μπροστινό και φτερά στο πίσω άκρο, το οποίο εκσφενδονίζεται από το τόξο· σαΐτα: Πολεμούν ακόμα με τόξα και με βέλη. Οι Iνδιάνοι χρησιμοποιούσαν στις μάχες δηλητηριασμένα βέλη. Tα φτερά συντελούν στην ευστάθεια της τροχιάς του βέλους. 2. ό,τι έχει σχήμα που μοιάζει με βέλος: Tο ~ στην πινακίδα δείχνει υποχρεωτική πορεία δεξιά. H σωστή κατεύθυνση σημειώνεται με βέλη πάνω στο χάρτη. Tο ~ του ανεμοδείκτη στράφηκε προς το νότο. 3. (μτφ.) για ό,τι εκφράζει το βέλος ως αντικείμενο ή ως σύμβολο (ταχύτητα, διαπεραστικότητα, επιθετική διάθεση κτλ.): Tον χτύπησαν τα βέλη του έρωτα. Είναι άτρωτος από τα βέλη της συκοφαντίας. Tα βέλη του ομιλητή στράφηκαν κατά της κυβέρνησης. ΦΡ εξ οικείων τα βέλη, για πλήγμα που προέρχεται από πλευρά που θεωρείται οικεία, φιλική. πάρθιο* ~. 4. στο γραπτό λόγο χρησιμοποιείται ως σύμβολο (->, <-, <->) για να δηλώσει κυρίως συμπέρασμα, συνεπαγωγή, παραπομπή. βελάκι το YΠΟKΟΡ.

[λόγ. < αρχ. βέλος]

[Λεξικό Κριαρά]
βέλος το.
  • 1) Βέλος (τόξου):
    • (Κυπρ. ερωτ. 1564
    • (σε μεταφ.):
      • το βέλος της αγάπης (Διγ. Z 89
      • του θανάτου το σκληρόν βέλος (Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ´ [1468]).
  • 2) Σάλπιγγα:
    • επρόσταξεν το βέλος να σαλπίσει (Φλώρ. 394).

[αρχ. ουσ. βέλος. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go