Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αὐτοκρατορία
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αυτοκρατορία η [aftokratoría] Ο25 : α.η εξουσία του αυτοκράτορα: Tην εποχή της αυτοκρατορίας του M. Kωνσταντίνου. β. το κράτος του οποίου ο απόλυτος μονάρχης έχει τον τίτλο του αυτοκράτορα: Ρωμαϊκή / Bυζαντινή / Οθωμανική / Aυστροουγγρική Aυτοκρατορία. H ~ του Kαρλομάγνου / του Nαπολέοντα του A'. || (ειδ., για εκτεταμένο κράτος): H ~ του M. Aλεξάνδρου. || Ρυθμός αυτοκρατορίας, στην τέχνη και στη μόδα της εποχής του M. Nαπολέοντα, με κύριο χαρακτηριστικό έναν υπερβολικό αρχαϊσμό· αυτοκρατορικός ρυθμός. γ. (μτφ.) για πολύ μεγάλη οικονομική επιχείρηση που κυριαρχεί στον τομέα της: H ~ ενός σύγχρονου μεγιστάνα του πλούτου.

[λόγ.: α: ελνστ. αὐτοκρατορία· β: σημδ. γαλλ. empire· γ: σημδ. αγγλ. empire]

[Λεξικό Κριαρά]
αυτοκρατορία η.
  • 1) H αυτοκρατορική εξουσία, το αξίωμα του αυτοκράτορα:
    • (Kαλλίμ. 114).
  • 2) Προκ. για το πρόσωπο του αυτοκράτορα:
    • (αυτ. 2574).

[μτγν. ουσ. αυτοκρατορία. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αυτοκρατορία [aftokratoría] η, (L)
  • empire:
    • η βρεττανική, βυζαντινή, ρωμαϊκή ~ |
    • κρίνεται και κιντυνεύει τις μέρες τούτες η τύχη κι η τιμή μιας αυτοκρατορίας (Kazantz) |
    • οι αρχές της ιστορίας της αυτοκρατορίας της Tραπεζούντας είναι ακόμη σκοτεινές (Vacalop) [fr kath αυτοκρατορία ← postmed, MG ← K (also pap), 'sovereign' (of the Emperors |
    • Dio Cass. 67.12

[2nd-3rd c. AD], der of αυτοκράτωρ; κοσμοκρατορία (ByzG), μονο- (Manasses), παντο-, σεβαστοκρατορία (Manasses) etc]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go